Του Ali Çiçek, Ακαδημία Δημοκρατικής Νεωτερικότητας
Από τις αρχές του έτους, τα γεγονότα στη Ροζάβα και τη Συρία έχουν κλιμακωθεί δραματικά. Λόγω των ραγδαίων εξελίξεων, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για μια διεξοδική ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης και των στόχων και συμφερόντων των παραγόντων που εμπλέκονται σ’ αυτό το πολύπλοκο πλέγμα πολιτικών σχέσεων.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (DAANES) δέχεται έντονη πίεση. Από την έναρξη του συριακού πολέμου το 2011, η επανάσταση στη Ροζάβα έχει επανειλημμένα στοχοποιηθεί από μία σειρά δρώντων, μεταξύ των οποίων το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ISIS), το καθεστώς Άσαντ και —με μεγαλύτερη επιμονή— το τουρκικό κράτος.
Η τελευταία κλιμάκωση ξεκίνησε στις 6 Ιανουαρίου 2026, όταν στρατεύματα και πολιτοφυλακές που συνδέονται με τη λεγόμενη συριακή μεταβατική κυβέρνηση εξαπέλυσαν επιθέσεις στις περιοχές Sheikh Maqsood (Σέιχ Μαχσούντ), Ashrafiye (Ασραφίγιε) και Beni Zeyd (Μπένι Ζέιντ) στο Χαλέπι. Οι επιθέσεις σύντομα επεκτάθηκαν σε μεγάλα τμήματα της Ροζάβα, θέτοντας ουσιαστικά ολόκληρη τη βόρεια Συρία υπό επίθεση. Παρά την εκεχειρία που φέρεται να ανακοίνωσε το συριακό καθεστώς στις 18 Ιανουαρίου, η βία συνεχίστηκε αμείωτη και έκτοτε επεκτάθηκε στην Haseke (Χάσεκε) και στις περιοχές γύρω από το Kobane (Κομπάνι). Αναφορές δείχνουν ότι πολίτες έχουν υποστεί σφαγές.
Ως αποτέλεσμα αυτών των συνεχιζόμενων επιθέσεων, η ίδια η ύπαρξη της Ροζάβα βρίσκεται πλέον σε κίνδυνο. Οι τρέχουσες εξελίξεις αντικατοπτρίζουν μια μεταβαλλόμενη ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή και σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας πολιτικής φάσης στη Μέση Ανατολή.
Προκειμένου να κατανοήσουμε τις βασικές δυναμικές της τρέχουσας κατάστασης, το ιστορικό των τελευταίων εξελίξεων στη Συρία και τον αντίκτυπό τους στη Ροζάβα, είναι απαραίτητο να αναλύσουμε λεπτομερέστερα τις αναταραχές στη Μέση Ανατολή στο σύνολό τους. Μια ιστορικά βασισμένη κατανόηση αυτών των πολιτικών διαδικασιών είναι ζωτικής σημασίας για τις δημοκρατικές δυνάμεις, προκειμένου να αντισταθούν στην λεηλάτησή τους από την καπιταλιστική νεωτερικότητα και να αναπτύξουν μια ανεξάρτητη, χειραφετητική προοπτική.
Ένα νέο στάδιο στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο
Το εννοιολογικό και θεωρητικό πλαίσιο του «Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου», που επινοήθηκε από τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν στο έργο του «Μανιφέστο για έναν Δημοκρατικό Πολιτισμό», παρέχει έναν κεντρικό προσανατολισμό για την κατάλληλη αξιολόγηση των τρεχουσών εξελίξεων στη Συρία.
Ο όρος αυτός —που χρησιμοποιείται από το Κουρδικό Κίνημα Ελευθερίας για πάνω από δύο δεκαετίες— περιγράφει την παγκόσμια διαδικασία αναδιάταξης των ηγεμονικών δυνάμεων και των ζωνών επιρροής που ξεκίνησε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Τα έτη 1989-90 σηματοδότησαν το τέλος της διπολικής παγκόσμιας τάξης, η οποία χώριζε τον κόσμο μεταξύ του σοβιετικού μπλοκ και του καπιταλιστικού μπλοκ, και οδήγησαν στην κατάρρευση των πρότερων δυνάμεων ισορροπίας, ειδικά στη Μέση Ανατολή. Στόχος των δυνάμεων της καπιταλιστικής νεωτερικότητας εντός αυτής της χαοτικής φάσης είναι η πλήρης ενσωμάτωση της περιοχής στην καπιταλιστική ηγεμονία.
Σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούν να διακριθούν τρεις κεντρικές ομάδες παραγόντων στη Μέση Ανατολή, καθεμία από τις οποίες ενεργεί με διαφορετικά συμφέροντα και στόχους.
Πρώτον, οι διεθνείς παράγοντες, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, αποτελούν ένα κυρίαρχο μπλοκ. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν τον στόχο της αναδιάρθρωσης της περιοχής στο πλαίσιο του λεγόμενου «Σχεδίου για τη Μεγάλη Μέση Ανατολή» (GME), με σκοπό να κυριαρχήσουν στους πόρους και τις εμπορικές οδούς της περιοχής. Το GME αναπτύχθηκε ως απάντηση στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε μετά την κατάρρευση του πραγματικού σοσιαλισμού και αποσκοπεί στον μετασχηματισμό της Μέσης Ανατολής ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις νεοφιλελεύθερες ιδέες. Μια ματιά στις αιματηρές συνέπειες αυτής της πολιτικής τα τελευταία τριάντα χρόνια σε χώρες όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η Λιβύη και η Συρία καταδεικνύει τις καταστροφικές επιπτώσεις στις κοινωνίες της περιοχής. Η στρατηγική των ΗΠΑ βασίζεται κυρίως σε τρεις πυλώνες: την εξάλειψη των πιθανών απειλών για τις ΗΠΑ και τη Δύση, τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων και των ενεργειακών διαδρόμων, και τη διασφάλιση της ασφάλειας και της ικανότητας του Ισραήλ να προβάλλει πόλεμο προς την περιοχή. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τόσο η διάλυση του σχεδίου Σιιτική ημισέληνος του Ιράν, όσο και η δημιουργία ενός λεγόμενου «αραβικού ΝΑΤΟ» διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο. Το τελευταίο εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, στις Συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες στοχεύουν στη στρατηγική ένωση των σουνιτικών κρατών —ιδίως της Σαουδικής Αραβίας και των κρατών του Κόλπου— με το Ισραήλ.
Η δεύτερη ομάδα παραγόντων αποτελείται από τα υπάρχοντα έθνη-κράτη της περιοχής, τα οποία προσπαθούν να αντισταθούν στις προσπάθειες του Σχεδίου για τη Μεγάλη Μέση Ανατολή να αναδιαμορφώσει την περιοχή και να επιβάλλει τις πολιτικές κυριαρχίας του, που καταργεί την τάξη πραγμάτων που είχε επιβάλλει τον 20ο αιώνα η Συμφωνία Σάικς-Πικό. Αντ’ αυτού, επιμένουν στην κρατική τάξη πραγμάτων που καθιερώθηκε πριν από περίπου εκατό χρόνια με τη Συμφωνία Σάικς-Πικό.
Ο τρίτος παράγοντας εκπροσωπείται από κοινωνικές δυνάμεις. Σήμερα, αυτές εκπροσωπούνται κυρίως από το Κουρδικό Κίνημα Ελευθερίας, το οποίο, με την ανάπτυξη του μοντέλου του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού και του δημοκρατικού έθνους, διαμορφώνει μια εναλλακτική λύση τόσο για την τάξη πραγμάτων των εθνών-κρατών όσο και στο σχέδιο για τη Μεγάλη Μέση Ανατολή.
Από τις 7 Οκτωβρίου 2023 έως την πτώση του καθεστώτος Μπάαθ στη Συρία
Με τον πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς που ξεκίνησε στις 7 Οκτωβρίου 2023, η διαδικασία αναδιαμόρφωσης της Μέσης Ανατολής απέκτησε σημαντική δυναμική. Το υπάρχον status quo θεωρήθηκε εμπόδιο στην ηγεμονία της Δύσης και, ως εκ τούτου, διαλύθηκε σκόπιμα προκειμένου να δημιουργηθούν νέες σχέσεις εξουσίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η επιρροή του Ιράν στην Παλαιστίνη (Χαμάς) και τον Λίβανο (Χεζμπολάχ) αποδυναμώθηκε, ενώ η αλλαγή εξουσίας στη Συρία έσπασε έναν άλλο κεντρικό πυλώνα της περιφερειακής ηγεμονίας του Ιράν. Το Ιράν βρίσκεται έτσι αντιμέτωπο με την εναλλακτική λύση της αλλαγής καθεστώτος ή της υποταγής στην υπάρχουσα ηγεμονική τάξη.
Στο πλαίσιο αυτής της αναδιάρθρωσης της Μέσης Ανατολής, το Ισραήλ αναλαμβάνει τον ρόλο του ηγεμονικού κέντρου. Μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας χτίζεται γύρω από το Ισραήλ. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ σηματοδοτούν μια διαδικασία σταδιακής ενσωμάτωσης των αραβικών εθνών-κρατών σ’ αυτό το σύστημα, με το Ισραήλ ως κεντρικό παράγοντα και εκπρόσωπο της δυτικής ηγεμονίας. Ταυτόχρονα, το σουνιτικό μπλοκ, το οποίο κλονίστηκε σημαντικά από την Αραβική Άνοιξη, αναδιαμορφώνεται. Σ’ αυτό το πλαίσιο, αυξάνονται οι φωνές που ζητούν στρατηγικό περικύκλωμα του Ιράν. Πέρα από τη διάσταση της πολιτικής γραμμής της ασφάλειας, η μεταμόρφωση της περιοχής της Μέσης Ανατολής σύμφωνα με τη νέα παγκόσμια τάξη στοχεύει επίσης στον έλεγχο των ενεργειακών αποθεμάτων και των νέων ενεργειακών διαδρομών, στην εξασφάλιση της απρόσκοπτης κυκλοφορίας κεφαλαίων, στην κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και στην εγκαθίδρυση πολιτικών καθεστώτων που περιορίζουν και συγκρατούν το πεδίο δράσης της Ρωσίας και της Κίνας.
Η πτώση του καθεστώτος Μπάαθ στις 8 Δεκεμβρίου 2024, μετά από 62 χρόνια διακυβέρνησης, αποτελεί συνέχεια αυτής της πολιτικής σηματοδοτώντας μια νέα φάση αβεβαιότητας στη Συρία. Όταν πρόσφατα η Hayat Tahrir al-Sham (HTS) —που έχει τις ρίζες της στην Αλ Κάιντα και αναπτύχθηκε από ένα προηγουμένως μικρό ισλαμιστικό εμιράτο στην περιοχή του Ιντλίμπ που βρισκόταν υπό την προστασία και την εποπτεία του τουρκικού κράτους— ανέλαβε την εξουσία, κατέστη σαφές ότι η συριακή κρίση δεν είχε τελειώσει. Η HTS, που τώρα αποτελεί την μεταβατική κυβέρνηση, σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας φάσης αστάθειας.
Η Συρία της HTS ως νέα δύναμη-αντιπρόσωπος της Δύσης
Με την πτώση του καθεστώτος Άσαντ και την ανάληψη της εξουσίας από την Hayat Tahrir al-Sham (HTS), το δίκτυο σχέσεων [1] στη Συρία έχει αλλάξει ποιοτικά. Έχει προκύψει μια νέα ισορροπία δυνάμεων που πρέπει να γίνει κατανοητή προκειμένου να αξιολογηθούν σωστά οι τρέχουσες εξελίξεις. Η εξελισσόμενη κατάσταση πρέπει να αναλυθεί κυρίως από την οπτική γωνία των ΗΠΑ και του δυτικού μπλοκ.
Από την αρχή του εμφυλίου πολέμου στη Συρία το 2011, ο στόχος των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ήταν η ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ και η εγκατάσταση μιας φιλοδυτικής κυβέρνησης – ένας στόχος που έχει ουσιαστικά επιτευχθεί με τη σημερινή μεταβατική κυβέρνηση. Αυτό έθεσε τις ΗΠΑ σε άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσία και το Ιράν, που ήταν οι κεντρικοί πυλώνες στήριξης του καθεστώτος Άσαντ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μέχρι την πτώση του Άσαντ, η ρωσική πολιτική αποσκοπούσε στη σταθεροποίηση του υπάρχοντος συριακού έθνους-κράτους, διατηρώντας τον Άσαντ στην εξουσία.
Με την ανάληψη της εξουσίας από την HTS αυτή η ισορροπία δυνάμεων έχει εισέλθει σε μια νέα φάση. Με την HTS —μια δύναμη που δημιουργήθηκε με σημαντική προετοιμασία από το Ηνωμένο Βασίλειο— υπάρχει τώρα μια κυβέρνηση στη Δαμασκό που είναι ενσωματωμένη στο σχέδιο αναδιοργάνωσης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και της Δύσης. Η HTS αποδέχεται τους κανόνες της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, είναι οικονομικά ενσωματωμένη στο δυτικό στρατόπεδο, αναγνωρίζει de facto την ισραηλινή ηγεμονία και παραμένει σιωπηλή αναφορικά με την ισραηλινή κατοχή τμημάτων της νότιας Συρίας.
Για την Αμερική αυτή η αλλαγή στις συμμαχίες δεν είναι κάτι καινούργιο. Όταν οι ΗΠΑ συμμάχησαν με τους Κούρδους, αυτοί δέχονταν επίθεση από το Ισλαμικό Κράτος, ο Άσαντ ήταν στην εξουσία στη Συρία και οι ΗΠΑ ήταν αντίθετες στον Άσαντ. Αν λάβουμε υπόψη την υποστήριξη που παρείχαν στο YPG και αργότερα στις SDF, προκύπτει μια σοβαρή αλλαγή στις σχέσεις με το SDF μετά την αλλαγή του καθεστώτος στη Συρία, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ ξεκίνησαν να υποστηρίζουν το νέο συριακό καθεστώς. Προηγουμένως οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να ελέγχουν τις κυρίως τακτικές-στρατιωτικές σχέσεις τους στη Συρία από την ανατολική πλευρά του Ευφράτη, αλλά τώρα προσπαθούν να εφαρμόσουν την πολιτική και διπλωματική στρατηγική τους μέσω της Δαμασκού.
Αυτή η νέα στρατηγική επισημοποιήθηκε στη συνάντηση στο Παρίσι στις 5 και 6 Ιανουαρίου 2026, όταν η Συρία και το Ισραήλ συμφώνησαν σ’ έναν κοινό μηχανισμό επικοινωνίας υπό την εποπτεία των ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτή η συνάντηση δεν περιορίστηκε σ’ αυτό. Ταυτόχρονα, σχηματίστηκε μια συμμαχία κατά της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (DAANES). Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ήταν εκείνη την ημέρα επίσης παρών στο Παρίσι. Αυτή η συμμαχία κατά της Ροζάβα, που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, τη Βρετανία και την Τουρκία, υποστηρίζεται επίσης από την ΕΕ. Αυτό αποδείχθηκε σαφώς κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στη Δαμασκό, η οποία δεσμεύτηκε να παράσχει πολιτική υποστήριξη στο νέο καθεστώς, ενώ παράλληλα διεξαγόταν πόλεμος εξόντωσης εναντίον των κουρδικών οικισμών. Υπ’ αυτήν την έννοια, η επίθεση στη Ροζάβα δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά είναι μέρος μιας συντονισμένης πολιτικής προσέγγισης μεταξύ του καθεστώτος αλ-Σαράα και της Δύσης.
Προκειμένου να επιτύχουν πιο συγκεκριμένα συμφέροντα, οι νικηφόρες δυνάμεις στη Συρία πολεμούν τώρα μεταξύ τους και το σχέδιο για μια δημοκρατική Συρία δεν έχει θέση σ’ αυτό. Το Ισραήλ θέλει πραγματικά η Συρία να παραμείνει κατακερματισμένη. Εντωμεταξύ, η Τουρκία θέλει μια συριακή κυβέρνηση που να της είναι πιστή και να εφαρμόζει τον νεο-οθωμανισμό σ’ όλη τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Τα κράτη του Κόλπου και η Βρετανία επιθυμούν να δημιουργήσουν μια σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της HTS. Η πιο ισχυρή από όλες αυτές τις δυνάμεις, οι ΗΠΑ, επιθυμούν να δημιουργήσουν μια ισορροπία μεταξύ αυτών των χωρών — που όλες είναι σύμμαχοί τους— και κατά πάσα πιθανότητα θα υιοθετήσουν τελικά μια θέση κοντά στα επιχειρήματα του Ισραήλ. Το σχέδιο της Τουρκίας στην πραγματικότητα είναι να αναβιώσει μια περίοδο παρόμοια με το καθεστώς Άσαντ με διαφορετικά ονόματα. Σ’ αυτό το σημείο, αυτόματα εχθρεύεται τους λαούς της περιοχής. Αυτό σημαίνει ότι προωθούν μια κεντρική κρατική εξουσία με βάση την εθνοτική διαίρεση και την καταπίεση. Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, υιοθετεί μια καθαρά τακτική προσέγγιση στην περιοχή. Έχοντας εξασφαλίσει όλες τις βραχυπρόθεσμες παραχωρήσεις που ήθελε από την ηγεσία της HTS μετά τη συμφωνία του Παρισιού, η ισραηλινή κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει τις ομάδες της HTS ως δαμόκλειο σπάθη πάνω από την υπόλοιπη Συρία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ας σημειωθεί ότι το Ισραήλ απλώς παρατηρεί τις σφαγές της HTS μετά τη συμφωνία του Παρισιού. Η Τουρκία, από την άλλη πλευρά, θα προκαλεί συνεχώς την HTS εναντίον των SDF, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τα κέρδη των Κούρδων.
Ο πραγματισμός των ΗΠΑ απέναντι στους Κούρδους
Η πραγματιστική πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στους Κούρδους πριν από την πτώση του Άσαντ οφειλόταν κυρίως στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). Από την πλευρά των ΗΠΑ, αυτή η 12ετής τακτική συμμαχία καθοδηγούνταν από τρία βασικά κίνητρα: πρώτον, η συνεργασία με το YPG, προσφερόταν ως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αποκτήσουν στρατιωτικό κύρος στον αγώνα κατά του ISIS. Δεύτερον, οι ΗΠΑ επιδίωκαν να θέσουν την επανάσταση υπό έλεγχο, περιορίζοντας τον σοσιαλιστικό ή «αποϊστικό» (όρος που χρησιμοποιείται για τους υποστηρικτές της πολιτικής γραμμής του Οτσαλάν) προσανατολισμό της και κατευθύνοντάς την προς έναν εθνικιστικό, εθνο-κρατικό προσανατολισμό. Τρίτον, οι Κούρδοι χρησίμευαν ως μέσο άσκησης πίεσης στο καθεστώς Άσαντ και στο μπλοκ Ρωσίας-Ιράν.
Με τη νέα ισορροπία δυνάμεων στη Συρία και την εγκαθίδρυση ενός φιλοδυτικού καθεστώτος στη Δαμασκό, αυτά τα τακτικά συμφέροντα έχουν αλλάξει ριζικά. Τα προηγούμενα επιχειρήματα και οι περιορισμοί έχουν χάσει τη σημασία τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ προσπαθούν τώρα να ασκήσουν τεράστια πολιτική, στρατιωτική και οικονομική πίεση στους Κούρδους, προκειμένου να τους αναγκάσουν να ενταχθούν de facto «εθελοντικά» στο συριακό κράτος. Ταυτόχρονα, δίνεται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην Τουρκία για να περιορίσει την επιρροή των Κούρδων και να τους ωθήσει περαιτέρω προς τη Δαμασκό.
Οι ΗΠΑ δεν έχουν κρύψει αυτή τη θέση τους. Στις 20 Ιανουαρίου 2026, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, Tom Barrack, εξέφρασε ανοιχτά αυτή την τακτική προσέγγιση προς τις SDF στην δήλωσή του: «Σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά. Η Συρία έχει πλέον μια αναγνωρισμένη κεντρική κυβέρνηση που έχει ενταχθεί στην Παγκόσμια Συμμαχία για την Καταπολέμηση του ISIS (ως 90ο μέλος της στα τέλη του 2025), σηματοδοτώντας μια στροφή προς τη Δύση και συνεργασία με τις ΗΠΑ στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Αυτό μετατοπίζει τη λογική της συνεργασίας μεταξύ των ΗΠΑ και των SDF: ο αρχικός σκοπός των SDF ως κύρια δύναμη κατά του ISIS στο έδαφος έχει σε μεγάλο βαθμό λήξει, καθώς η Δαμασκός είναι πλέον πρόθυμη και σε θέση να αναλάβει τις ευθύνες ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου των εγκαταστάσεων κράτησης και των στρατοπέδων του ISIS»[2].
Οι ΗΠΑ έχουν φέρει το νέο συριακό καθεστώς υπό τον αλ-Σαράα σε συνεργασία με το Ισραήλ (για πρώτη φορά στην ιστορία και των δύο χωρών) και συνεχίζουν να προσπαθούν να ενισχύσουν αυτό το καθεστώς και να χτίσουν μια νέα Συρία μέσω του αλ-Σαράα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η σχέση μεταξύ του αλ-Σαράα και του Ισραήλ είναι υψίστης σημασίας για τις ΗΠΑ. Αυτό περιελάμβανε επίσης την καθιέρωση μιας σχέσης μεταξύ του αλ-Σαράα και του Ισραήλ, στην οποία ο πρώτος υποτάσσεται στην ηγεμονία του δεύτερου στην περιοχή, κάτι που τελικά έκανε στη συνάντηση του Παρισιού. Σ’ ένα δεύτερο στάδιο, οι ΗΠΑ προσπαθούν τώρα να «ενσωματώσουν» με κάποιο τρόπο τους Κούρδους, με τους οποίους είχαν στρατιωτική συμμαχία για πάνω από δέκα χρόνια, στο νέο καθεστώς.
Εδώ είναι που έχουν προκύψει οι διαφωνίες και οι δυσκολίες. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται από τις 10 Μαρτίου 2025, και το καθεστώς στη Δαμασκό έχει σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει τα αιτήματα των SDF. Κάθε φορά που μια συμφωνία με τις SDF φαινόταν εφικτή, η Τουρκία παρενέβαινε άμεσα. Στις 4 Ιανουαρίου, αμέσως πριν από την επίθεση στο Χαλέπι, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των SDF και της αντιπροσωπείας της Δαμασκού εξελίσσονταν αρχικά ομαλά, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, και φαινόταν ότι θα υπογραφόταν συμφωνία. Ωστόσο, ο φίλα προσκείμενος στην Τουρκία υπουργός Εξωτερικών αλ-Σεϊμπάνι μπήκε στην αίθουσα διαπραγματεύσεων και κήρυξε το τέλος των διαπραγματεύσεων. Μια μέρα αργότερα, ξεκίνησαν στο Παρίσι οι διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία ασφάλειας με το Ισραήλ και στις 6 Ιανουαρίου επιτεύχθηκε συμφωνία. Την ίδια μέρα, πραγματοποιήθηκε η επίθεση στο Χαλέπι. Η Τουρκία συμμετείχε με όλες τις δυνάμεις της στην επίθεση στο Χαλέπι και συνεχίζει να το κάνει μέχρι σήμερα. Από το σχεδιασμό έως την υλοποίηση, η Τουρκία έχει εμπλακεί στρατιωτικά, διπλωματικά, σε επίπεδο πληροφοριών και τεχνικά. Πρόκειται για μια επιχείρηση που πραγματοποιείται από κοινού με την κυβέρνηση της Δαμασκού και τις ένοπλες ομάδες που ενεργούν για λογαριασμό της Τουρκίας. Οι επιθέσεις είχαν ως στόχο ουσιαστικά να σπάσουν τη βούληση των Κούρδων στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των SDF και της Δαμασκού, να υπονομεύσουν τα αιτήματά τους για αναγνώριση, να επιβάλουν την ενσωμάτωση μέσω της αποδυνάμωσης της στρατιωτικής τους δύναμης και να αποδυναμώσουν τη διαπραγματευτική θέση των SDF, προκειμένου να επιτύχουν την πλήρη παράδοση.
Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των Κούρδων και των ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια έχει προκύψει μια ορισμένη διαίρεση μεταξύ των διεθνών και περιφερειακών παραγόντων κατά μήκος του δυτικού και ανατολικού Ευφράτη. Μέχρι την τρέχουσα καμπή, οι ΗΠΑ είχαν δηλώσει στους Κούρδους ότι δεν θα παρεμβαίνουν σε θέματα δυτικά του Ευφράτη. Με βάση αυτό, οι ΗΠΑ δεν αντιτάχθηκαν στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφρίν (2018), στο Μανμπίτζ (2024) και στο Τιλ Ριφάτ. Ωστόσο, απέσυραν τα στρατεύματά τους και παρέμειναν σιωπηλοί όταν ο τουρκικός στρατός επιτέθηκε και κατέλαβε το Τιλ Αμπιάντ και το Ρας Αλ-Αϊν το 2019, τα οποία βρίσκονται ανατολικά του Ευφράτη.
Τώρα, για άλλη μια φορά, είμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας στρατιωτικής επίθεσης ανατολικά του Ευφράτη: πόλεις όπως η Τάμπκα, η Ράκκα και η Αϊν Ισα βρίσκονται πλέον υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος, ενώ η Χασέκε και η Κομπάνι βρίσκονται υπό πολιορκία. Η διαίρεση μεταξύ δυτικής και ανατολικής Συρίας, που προηγουμένως θεωρούνταν μια φανταστική «κόκκινη γραμμή», έχει χάσει την ισχύ της σ’ αυτή τη νέα φάση. Η σιωπή των ΗΠΑ σχετικά μ’ αυτές τις εξελίξεις ισοδυναμεί ουσιαστικά με την υποστήριξη της αξίωσης του Άχμεντ αλ-Σαράα για την καθιέρωση της κρατικής κυριαρχίας σε ολόκληρη τη Συρία. Η τρέχουσα κατάσταση δείχνει ότι το βασικό σχέδιο των ΗΠΑ δεν είναι πλέον να διαπραγματευτούν τη διαίρεση σε δυτική και ανατολική περιοχή του Ευφράτη, αλλά να αποδυναμώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις SDF.
Οι προσπάθειες των ΗΠΑ να ενώσουν τη Δαμασκό, την Τουρκία και το Ισραήλ
Από την πλευρά των ΗΠΑ, η βασική λογική αναφορικά με τη Συρία αποσκοπεί στην ευθυγράμμιση του Ισραήλ με την Τουρκία. Από τη μία πλευρά βρίσκεται το Ισραήλ, ο στενότερος σύμμαχος της Δύσης στην περιοχή, και από την άλλη η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, η σχέση της οποίας με τη Δύση έχει σημαδευτεί από εντάσεις, αλλά παραμένει στρατηγικά απαραίτητη. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να ενθαρρύνει την Τουρκία και το Ισραήλ να προσδιορίσουν τα κοινά τους συμφέροντα στον τομέα της ασφάλειας, να συντονίσουν τις προσεγγίσεις τους και να παρουσιάσουν ένα κοινό πλαίσιο για τη Συρία. Τελικά, αυτή η στρατηγική στοχεύει στη δημιουργία μιας ευρύτερης συμμαχίας που θα συνδέει τη Δαμασκό, την Τουρκία και το Ισραήλ.
Στρατηγικά, η Τουρκία και το Ισραήλ επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους στη Συρία. Η Τουρκία είναι αποφασισμένη να εμποδίσει τους Κούρδους να αποκτήσουν πολιτική, διοικητική ή στρατιωτική αυτονομία και δεν έχει δείξει καμία προθυμία να συμβιβαστεί σε αυτό το θέμα. Κατά συνέπεια, η Άγκυρα ευνοεί την ανάδυση μιας ισχυρής, συγκεντρωτικής ηγεσίας στη Συρία υπό τον αλ-Σαράα, η οποία θα ενοποιήσει όλους τους μοχλούς εξουσίας. Αντίθετα, το Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι έχει επιβάλει ορισμένες απαιτήσεις στον αλ-Σαράα, δεν εμπιστεύεται ούτε το καθεστώς ούτε τον κύκλο εξουσίας που τον περιβάλλει. Από την πλευρά του Ισραήλ, αυτή η ηγεσία θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την ασφάλειά του, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Επομένως, δεν είναι προς το συμφέρον του Ισραήλ η Συρία να γίνει υπερβολικά ισχυρή ή να επεκτείνει σημαντικά τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Αντίθετα, το Ισραήλ προτιμά μια πιο κατακερματισμένη, αποκεντρωμένη και ευέλικτη πολιτική δομή, στην οποία εκπροσωπούνται οι κούρδοι, οι δρούζοι, οι αλεβίτες και άλλες κοινωνικές ομάδες, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα της Δαμασκού να ασκεί εξουσία και διατηρώντας το δικό του περιθώριο επιρροής. Επιπλέον, είναι ζωτικής σημασίας για το Ισραήλ και τις δυτικές δυνάμεις να μπορούν να χρησιμοποιήσουν την HTS εναντίον του Ιράν και των σιιτικών πολιτοφυλακών, όπως η Χεζμπολάχ στο Λίβανο και οι Λαϊκές Δυνάμεις Κινητοποίησης στο Ιράκ. Παρά αυτές τις θεμελιώδεις διαφορές, συνεχίζονται οι προσπάθειες για την εξεύρεση κοινού εδάφους μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν ενεργά να φέρουν τη Δαμασκό, την Άγκυρα και το Τελ Αβίβ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Πρέπει να τονιστεί ότι όλοι οι κρατικοί παράγοντες που αναφέρονται είναι τελικά μέρος της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Αν και έχουν διαφορετικές στρατηγικές για την επέκταση της δικής τους ηγεμονίας, ενώνουν τις δυνάμεις τους βραχυπρόθεσμα για να καταπνίξουν εναλλακτικές λύσεις, όπως αυτές που εκπροσωπεί η Ροζάβα ως ένα σχέδιο δημοκρατικού σοσιαλισμού.
Σ’ αυτήν την εξίσωση, οι κούρδοι πιέζονται τώρα να ενταχθούν στο νέο καθεστώς, μέσω μιας προσπάθειας υποβάθμισης, της αποδυνάμωσης και ιδεολογικής διάλυσης. Το αν αυτό θα πετύχει είναι ένα ερώτημα που θα εξαρτηθεί τώρα από την αντίσταση στη Ροζάβα.
Η ιδεολογική ουσία της επίθεσης
Οι επιθέσεις εναντίον της Ροζάβα δεν είναι μόνο πολιτικής και στρατιωτικής φύσης, αλλά έχουν και μια βαθιά ιδεολογική διάσταση. Με την τρέχουσα πίεση, οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποσταθεροποιήσουν τα επαναστατικά επιτεύγματα και να ενισχύσουν τις εθνικιστικές δυνάμεις. Από τη μία θέλουν να προωθήσουν την εθνικιστική ατζέντα, από την άλλη συνεχίζουν να προσπαθούν να διχάσουν τους Κούρδους σε καλούς (KDP, κλπ.) και κακούς (PKK, κλπ.) προκειμένου να αποδυναμώσουν την ενότητα των Κούρδων. Το επίκεντρο αυτής της διαδικασίας είναι η επίθεση στην ιδέα του δημοκρατικού έθνους –τον πυρήνα της επανάστασης. Οι Κούρδοι να αντιπαρατεθούν με τους Άραβες και το σχέδιο της συνύπαρξης να υπονομευθεί. Αντιστοίχως, στην αρχή του πολέμου, οι επιθέσεις κατευθύνονταν κυρίως εναντίων περιοχών η πλειονότητα των οποίων έχει αραβικό πληθυσμό, όπως η Raqqa (Ράκα), Tabqa (Τάμπκα) και η Deir ez-Zor (Ντέιρ εζ- Ζορ). Ο σκοπός είναι να δημιουργηθεί ένας διχασμός βασισμένος στη γραμμή της εθνότητας κι από εκεί είτε να τους ωθήσουν σε αναγκαστική παράδοση είτε να συντριβεί η πολιτική τους βούληση με ωμή βία, κάτι που θα άνοιγε το δρόμο για εθνοκάθαρση, σφαγές και συστηματική δημογραφική αλλαγή. Έτσι, η τρέχουσα κατάσταση αποσκοπεί όχι μόνο στην καταστροφή των επιτευγμάτων της κουρδικής κοινωνίας στη Συρία, αλλά και στην τροφοδότηση των εχθροπραξιών μεταξύ των λαών. Η αποδυνάμωση των Κούρδων με σκοπό την κυριαρχία στη Μέση Ανατολή είναι μια πολιτική «διαίρει και βασίλευε» που εφαρμόζεται εδώ και 200 χρόνια. Πρόκειται για μια νέα εκδοχή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής «διαίρει και βασίλευε» που έχει διατηρήσει την ηγεμονία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας στη Μέση Ανατολή τα τελευταία 200 χρόνια.
Ταυτόχρονα, προωθούνται συγκεκριμένες κουρδικές εθνικιστικές δυνάμεις όπως το ENKS και το KDP, όπως πρόδηλα φάνηκε στη πρόσφατη συνάντηση στο Ερμπίλ στις 17 Ιανουαρίου 2026. Εδώ και χρόνια, αυτές οι δυνάμεις προπαγανδίζουν έναν λόγο που επιδιώκει να συρρικνώσει την αυτοδιοίκηση σε μια καθαρά εθνο-πολιτισμική ατζέντα. Το διάταγμα που εξέδωσε ο αλ-Σαράα στις 17 Ιανουαρίου, με το οποίο αναγνωρίζεται η κουρδική γλώσσα και γίνονται περαιτέρω παραχωρήσεις, πρέπει να γίνει κατανοητό επίσης εντός αυτού του πλαισίου ως μια τακτική κίνηση που αποσκοπεί να προωθήσει αυτήν την εθνικιστική γραμμή. Το διάταγμα δεν έχει καμία συνταγματική δεσμευτική ισχύ, ενώ, παράλληλα, το ίδιο το καθεστώς βασίζεται στην άρνηση, τον διχασμό και τις σφαγές των αλεβιτών, των δρούζων και των κούρδων. Το γεγονός ότι ταυτόχρονα συνεχίζονται οι στρατιωτικές επιθέσεις από την HTS, καθιστά σαφές ότι αυτό που επιδιώκεται τελικά είναι η πλήρης υποταγή στην Δαμασκό.
Στο σημείο αυτό, οι δύο διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στους Κούρδους είναι εμφανείς. Από τη μία πλευρά, το τουρκικό κράτος και το συριακό καθεστώς ακολουθούν μια πολιτική καταστολής των επαναστατικών επιτευγμάτων, η οποία επεκτείνεται σε πρακτικές γενοκτονίας. Από την άλλη πλευρά, η στρατηγική των ΗΠΑ στοχεύει λιγότερο στη φυσική καταστροφή και περισσότερο στη φιλελευθεροποίηση και την αποπολιτικοποίηση της επανάστασης. Το σχέδιο αυτό υποστηρίζεται με σκοπό τη διαστρέβλωση και την εκτροπή του επαναστατικού-δημοκρατικού δυναμικού των Κούρδων. Η πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» εφαρμόζεται κυρίως μέσω της υποστήριξης των εθνικιστικών κουρδικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, οι επαναστατικές, ριζοσπαστικές δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις στο Κουρδιστάν πρέπει να εξουδετερωθούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Ένας από τους κύριους στόχους σ’ αυτό το πλαίσιο είναι η απομόνωση του PKK και του προτάγματος της ελευθερίας. Η διεθνής στήριξη αυτού του σχεδίου αποσκοπεί στη διαστρέβλωση και την εκτροπή του επαναστατικού-δημοκρατικού δυναμικού των κούρδων και βρίσκει ευρεία απήχηση στο διεθνές διπλωματικό πεδίο. Αυτό προωθεί μια πολιτική γραμμή έθνους-κράτους που περιορίζεται σε ορισμένα κουρδικά δικαιώματα και αιτήματα και υποτάσσεται στο αμερικανο-ισραηλινό σχέδιο για τη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα, μια αποδυναμωμένη κουρδική μειονότητα παραμένει ένα δυνητικό εργαλείο για τις δυνάμεις της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, ικανό να χρησιμοποιηθεί εκ νέου ως μοχλός πίεσης σε συγκρούσεις με τη Δαμασκό.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να γίνει λόγος για «προδοσία» των κούρδων ή της Ροζάβα από τις ΗΠΑ ή την ΕΕ. Η προδοσία μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχει στρατηγική συνεργασία ή κοινό πολιτικό σχέδιο για το μέλλον. Το πολύ που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι προδόθηκαν εκείνοι οι παράγοντες που συνειδητά συνέδεσαν το μέλλον τους με τις ΗΠΑ και πόνταραν σε μια στρατηγική συμμαχία.
Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για τη Ροζάβα. Σε κανένα σημείο δεν υπήρξε κοινό ιδεολογικό ή πολιτικό σχέδιο μεταξύ της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας και των ΗΠΑ. Από την αρχή, οι σχέσεις ήταν καθαρά τακτικής φύσης, εξαρτώμενες από μια συγκεκριμένη γεωπολιτική συγκυρία και αυστηρά περιορισμένες στον κοινό αγώνα κατά του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους.
Οι ΗΠΑ, ως ιμπεριαλιστική δύναμη και έχοντας την ηγεμονία του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τα επιτεύγματα του αγώνα μιας κοινωνίας για ελευθερία προς όφελός τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι τρέχουσες επιθέσεις πρέπει να κατανοηθούν όχι μόνο από πολιτική και στρατιωτική άποψη, αλλά πάνω απ’ όλα από την άποψη του ιδεολογικού τους βάθους. Οι δυνάμεις της καπιταλιστικής νεωτερικότητας έχουν συντονίσει τις προσπάθειές τους για να αυξήσουν την πίεση στους Κούρδους, να τους περιορίσουν και να τους εκμεταλλευτούν σύμφωνα με τα δικά τους στρατηγικά σχέδια. Αυτές οι επιθέσεις έδειξαν για άλλη μια φορά ότι οι δυνάμεις της καπιταλιστικής νεωτερικότητας είναι ικανές να καταπατήσουν όλες τις αξίες για να επιτύχουν τα δικά τους συμφέροντα.
Αντίθετα, η στρατηγική γραμμή του Κουρδικού Κινήματος Ελευθερίας είναι σαφής: οι εταίροι του δεν είναι ιμπεριαλιστικά κράτη, αλλά παγκόσμιες δημοκρατικές δυνάμεις, κοινωνικά κινήματα και αντι-συστημικοί παράγοντες που υποστηρίζουν την αυτοδιάθεση, την ισότητα και μια εναλλακτική κοινωνική τάξη.
Χαρακτηρίζοντας τις πολιτικές της HTS
Σ’ αυτό το πλαίσιο, αξίζει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τη συριακή κυβέρνηση. Ο χαρακτήρας της συριακής μεταβατικής κυβέρνησης που ελέγχεται από την HTS, μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο στο πλαίσιο του ιδεολογικού προσανατολισμού και της πολιτικής πρακτικής της. Από την αρχή, ο ηγέτης της HTS, Ahmed al-Sharaa (αλ-Σαράα), ακολούθησε μια αντιδραστική και μονιστική γραμμή. Απειλούσε συνεχώς τους Κούρδους, αγνοούσε τις πρωτοβουλίες συμφιλίωσης της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας και, αντίθετα, απαιτούσε την πλήρη υποταγή τους στην καταπιεστική του διακυβέρνηση. Με την HTS, το Ισλαμικό Κράτος αποτελεί μέρος της συριακής κυβέρνησης, και η απελευθέρωση των τρομοκρατών του ISIS από τις πολιτοφυλακές της HTS, όπως στις 19 Ιανουαρίου στην πόλη al-Shaddadah και στη Ράκκα, αποδεικνύει σαφώς αυτή τη σύνδεση. Μέσω της ταυτότητας της HTS, οι ηγεμονικές δυνάμεις έδωσαν στον ISIS κρατική υπόσταση.
Αυτή η πολιτική στοχεύει στην καταστροφή της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, η οποία χτίστηκε από κούρδους, άραβες, ασσυρίους και άλλες πληθυσμιακές ομάδες με βάση την έννοια του δημοκρατικού έθνους. Θα αντικατασταθεί από ένα αυταρχικό σύστημα βασισμένο σε ένα ενιαίο έθνος και μια ενιαία θρησκεία. Αυτή η σκέψη αποτελεί άμεση επίθεση στην αιώνια αδελφική συνύπαρξη των λαών και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή. Στόχος είναι να αποτραπεί η δημοκρατική αντίληψη της εθνικής ταυτότητας που θα μπορούσε να επιτρέψει την ειρήνη και τη σταθερότητα στη Συρία και στην περιοχή.
Οι επιθέσεις της HTS δεν αποτελούν επομένως μεμονωμένο μέτρο ασφαλείας, αλλά μέρος ενός συνολικού σχεδίου που δρα κατά του μέλλοντος της Συρίας. Η HTS ενεργεί ως κεντρικός παράγοντας σε μια πολιτική που δεν στοχεύει στην εθνική ενότητα, αλλά στον διχασμό και τον κατακερματισμό. Ενώ η Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας είχε δημιουργήσει μια κουρδο-αραβική ενότητα, η HTS προσπαθεί σκόπιμα να υποκινήσει την εχθρότητα μεταξύ Κούρδων και Αράβων. Η HTS, υπό αυτή την έννοια, διεξάγει έναν πόλεμο δια αντιπροσώπων υπό την επιρροή εξωτερικών δυνάμεων. Με μια τέτοια στρατηγική, δεν είναι δυνατή ούτε η δημοκρατική ενότητα της Συρίας ούτε ένα σταθερό μέλλον για το κράτος.
«Ενσωμάτωση» ή αφομοίωση;
Από την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ενσωμάτωση των αυτόνομων περιοχών της βορειοανατολικής Συρίας στη νέα συριακή τάξη πραγμάτων, είναι πλέον σαφές ότι, για την HTS, ενσωμάτωση σημαίνει στην πραγματικότητα αφομοίωση. Το τελευταίο διάταγμα της 17ης Ιανουαρίου του προέδρου της μεταβατικής κυβέρνησης, Αχμέντ αλ-Σαράα, το οποίο επιφανειακά φαίνεται να αναγνωρίζει τα δικαιώματα των Κούρδων, δεν αποτελεί ρήξη με την προηγούμενη πολιτική. Αντίθετα, αποτελεί μια τακτική άσκηση εξουσίας στο πλαίσιο μιας αυστηρά κρατοκεντρικής νοοτροπίας. Αυτό δεν επιλύει την κρίση, αλλά μάλλον την αναδιοργανώνει και την καθιστά ελεγχόμενη.
Στην ουσία, το διάταγμα αναγνωρίζει στοιχεία πολιτιστικής ταυτότητας, αλλά αρνείται να αναγνωρίσει τη συλλογική πολιτική υποκειμενικότητα και την αυτοδιοικητική ικανότητα της κοινωνίας. Οι τοπικοί μηχανισμοί λήψης αποφάσεων και οι μορφές αυτοοργάνωσης αποκλείονται από τη νόμιμη πολιτική σφαίρα. Η αναγνώριση έχει έτσι ένα περιοριστικό και όχι ένα απελευθερωτικό αποτέλεσμα.
Το κεντρικό ερώτημα είναι τι και ποιον αφορά αυτή η αναγνώριση: αναγνωρίζεται μια αγωνιζόμενη, οργανωμένη κοινωνία – ή απλώς μια κατακερματισμένη, εξατομικευμένη και ελεγχόμενη κοινωνική ομάδα; Στην πραγματικότητα, το διάταγμα στοχεύει να υπονομεύσει την πολιτική και στρατιωτική ισορροπία στη βόρεια Συρία, ιδίως τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF).
Η στρατηγική αυτή δεν βασίζεται σε ανοιχτή στρατιωτική καταστροφή, αλλά σε πιο υποδόρια μέσα. Ο στόχος είναι να αποσπαστεί η κοινωνία από τη συλλογική πολιτική της βούληση, να απομονωθούν οι SDF και να παρουσιάζονται ως ένα καθαρά «στρατιωτικό πρόβλημα». Ενώ χορηγούνται ατομικά πολιτιστικά δικαιώματα, αυτά αποσυνδέονται σκόπιμα από τη Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας και τις SDF, προκειμένου να στερηθούν της κοινωνικής τους νομιμότητας. Όροι όπως «εθνική ενότητα», «μία στέγη» και «χωρίς προνόμια» δεν εξυπηρετούν τον πλουραλισμό, αλλά μάλλον την επιβολή ενός κεντρικού κρατικού μοντέλου ως της μόνης νόμιμης τάξης.
Η πολυμορφία δεν θεωρείται συστατική πολιτική δύναμη, αλλά ως μια κατάσταση που πρέπει να ελέγχεται. Η ύπαρξη της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας και των SDF χαρακτηρίζεται ως απόκλιση από τον κανόνα. Ο στόχος δεν είναι να κατανοηθεί το κουρδικό ζήτημα, αλλά να συντριβεί και να αναδιαμορφωθεί.
Εθνοτική διαίρεση και εργαλειοποίηση των αραβικών φυλών
Ένας άλλος βασικός παράγοντας στις τρέχουσες εξελίξεις είναι η σκόπιμη εθνοτική διαίρεση μεταξύ Κούρδων και Αράβων. Παράλληλα με τις διπλωματικές συνομιλίες μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού, ήταν σε εξέλιξη συγκεκριμένες στρατιωτικές και πολιτικές προετοιμασίες.
Κεντρικό στοιχείο αυτών των προετοιμασιών ήταν η σκόπιμη άσκηση επιρροής στις αραβικές φυλές στις περιοχές της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας. Τόσο η κυβέρνηση αλ-Σαράα όσο και η Τουρκία εργάζονται εδώ και καιρό για να αποτρέψουν αυτές τις φυλές από το να συνεργαστούν με την αυτοδιοίκηση. Οι προσπάθειες αυτές εντάθηκαν ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες.
Σύμφωνα με συριακές πηγές, ακόμη και πριν από την έναρξη των μαχών, η μεταβατική κυβέρνηση είχε ήδη καταφέρει να κερδίσει ορισμένες αραβικές δυνάμεις στο Χαλέπι που συνεργάζονταν με κουρδικές μονάδες. Αυτή η αλλαγή στρατοπέδου χρησίμευσε ως δοκιμή για παρόμοιες στρατηγικές ανατολικά του Ευφράτη. Οι δραστηριότητες αυτές συντονίστηκαν από τον σύμβουλο του αλ-Σαράα για φυλετικά θέματα, Jihad Isa al-Sheikh (Abu Ahmed Zekkur), ο οποίος δραστηριοποιούνταν τόσο στην Τουρκία όσο και στη βορειοανατολική Συρία.
Στα τέλη του 2025, μια αντιπροσωπεία ταξίδεψε στην Τουρκία και πραγματοποίησε συναντήσεις με ηγέτες φυλών στο Kilis (Κιλίς), την Urfa (Ούρφα) και το Mardin (Μαρντίν). Ακολούθησαν συνομιλίες στο Ras Al-Ayn (Ρας Αλ-Αΐν), τη Raqqa (Ρακκά) και το Deir ez-Zor (Ντεΐρ εζ-Ζορ). Στόχος ήταν να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη με τις αραβικές φυλές και να τις πείσουν να συνεργαστούν με την HTS.
Επισήμως, η πρωτοβουλία αυτή παρουσιάζεται ως συμβολή στην «κοινωνική ενότητα της Συρίας». Στην πραγματικότητα, αποσκοπεί στην αύξηση των αναταραχών στις περιοχές που ελέγχονται από τις SDF, στην απομάκρυνση των αραβικών φυλών από τη Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας και στην εργαλειοποίησή τους εναντίον άλλων κοινωνικών ομάδων, όπως οι δρούζοι στη Σουέιντα. Βραχυπρόθεσμα, αυτή η στρατηγική μπορεί να ενισχύσει την HTS, αλλά μακροπρόθεσμα επιδεινώνει τις εθνοτικές εντάσεις και ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω διχασμό στη Συρία[3].
Διεθνές σχέδιο για την καταστροφή ενός δημοκρατικού μοντέλου για την περιοχή
Με βάση τα παραπάνω, η επίθεση στη Ροζάβα δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην καταστροφή των επιτευγμάτων της κουρδικής κοινωνίας. Αντίθετα, ο στόχος αυτού του διεθνούς σχεδίου, το οποίο υποστηρίζεται από περιφερειακούς παράγοντες όπως το Ισραήλ και η Τουρκία, καθώς και από διεθνείς δυνάμεις –κυρίως τις ΗΠΑ και τα ευρωπαϊκά κράτη– είναι να καταστρέψει το σχέδιο και την ιδέα μιας δημοκρατικής Συρίας και μιας δημοκρατικής Μέσης Ανατολής.
Η επίθεση στρέφεται κατά των αρχών της τοπικής δημοκρατίας, της απελευθέρωσης των γυναικών, της ισότητας των δικαιωμάτων των εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων και της ιδέας μιας «τρίτης οδού». Σκοπός της είναι να αποδείξει ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις πέρα από το έθνος-κράτος, τον εθνικισμό και την πολιτική της ισχύος. Η Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας αναγκάζεται έτσι είτε να παραδοθεί πλήρως, προκειμένου να επιστρέψει στην τάξη που επικρατούσε πριν από το 2011, είτε να υποστεί πλήρη φυσική εξόντωση.
Σήμερα, ειδικά σε συνθήκες πολέμου, είναι απαραίτητο να καταστεί σαφές στον κόσμο ποιος υπερασπίζεται πραγματικά την ελευθερία. Αυτός ο αγώνας δεν μπορεί να διεξαχθεί μέσω κρατών ή κυβερνήσεων· πρέπει να έχει τις ρίζες του στην ίδια την κοινωνία, στους δρόμους. Η γνήσια νομιμοποίηση και η ανθεκτική ισχύς προκύπτουν μόνο μέσω της μαζικής αλληλεγγύης. Όταν υπάρχει τέτοια συλλογική δύναμη, γίνεται πολύ πιο δύσκολο για τα κράτη να διατηρήσουν τη βία και την καταστολή. Διαφορετικά, οι αποφάσεις λαμβάνονται από τα πάνω και οι άνθρωποι περιορίζονται σε παθητικούς θεατές. Δεν υπάρχει λόγος να εμπιστευόμαστε τις κυβερνήσεις. Αλλάζουν στάση από τη μια μέρα στην άλλη, όταν αλλάζουν τα συμφέροντά τους. Η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα αυτού του φαινομένου, και συνεχίζουμε να το βλέπουμε και σήμερα. Για αυτόν τον λόγο, η μορφή εμπλοκής που χρειαζόμαστε δεν είναι η επίσημη διπλωματία, αλλά η λαϊκή διπλωματία. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι σε θέση να κατανοούν ο ένας τον άλλον άμεσα, πέρα από τα σύνορα. Ό,τι συμβαίνει πρέπει να εξηγείται ανοιχτά και αδιαμεσολάβητα στις ίδιες τις κοινωνίες. Αυτό δεν είναι μόνο ηθική αναγκαιότητα, αλλά και μια ισχυρή γεωπολιτική δύναμη. Η ευθύνη να επικοινωνηθεί η πραγματικότητα του κόσμου δεν μπορεί να αφεθεί μόνο στα κράτη. Κάθε κράτος είναι πρόθυμο να εγκαταλείψει τις αρχές του τη στιγμή που απειλούνται τα συμφέροντά του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μόνη βιώσιμη πηγή πίεσης έγκειται στην κοινή συνείδηση και αλληλεγγύη των λαών. Η εξήγηση της πραγματικότητας του κόσμου στις κοινωνίες παντού είναι το θεμέλιο μιας βιώσιμης και αποτελεσματικής διπλωματίας των λαών. Εάν αυτό δεν συμβεί, τα σχέδια θα συνεχίσουν να καταρτίζονται από τα πάνω και, για άλλη μια φορά, οι άνθρωποι θα μείνουν να παρακολουθούν από τον εξώστη.
Η Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας και το Κουρδικό Κίνημα Ελευθερίας έχουν πλέον καλέσει σε διεύρυνση της αντίστασης ενάντια στις επιθέσεις και βασίζονται στην ολική αντίσταση. Το σημείο αναφοράς για αυτό είναι η αντίσταση στο Κομπάνι το 2014-2015. Δεν ήταν μόνο οι μαχητές του YPG και του YPJ που νίκησαν τον ISIS, αλλά και η ευρεία υποστήριξη, η ηθική στήριξη και η αλληλεγγύη των κοινωνιών, των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών δυνάμεων σε όλο τον κόσμο. Με αυτή την έννοια, ήρθε η ώρα να προσφέρουμε και πάλι τέτοια υποστήριξη στους μαχητές της αντίστασης στη Ροζάβα-Κουρδιστάν. Ενάντια στις ενωμένες δυνάμεις της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, οι δυνάμεις της δημοκρατικής νεωτερικότητας πρέπει να ενωθούν για να δημιουργήσουν ένα δεύτερο Κομπάνι και να αποδείξουν ότι η αντίσταση των λαών παραμένει αδιάσπαστη και ότι η ιδέα του δημοκρατικού σοσιαλισμού ζει ως εναλλακτική λύση στο υπάρχον σύστημα εκμετάλλευσης και καταπίεσης.
[2] https://x.com/USAMBTurkiye/status/2013635851570336016
Μεταφραση απο RiseUp4Rojava

