Για το βιβλίο του Στάθη Γκότση «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» (Εκδόσεις Τόπος)
Την άνοιξη του 2026 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Τόπος το βιβλίο «Μουσείο,
Εκπαίδευση και Κοινωνία», μια ανθολογία δημοσιευμένων και αδημοσίευτων κειμένων του
ιστορικού και μουσειοπαιδαγωγού Στάθη Γκότση. Πρόκειται για κείμενα – «τεκμήρια» μιας
πλούσιας, καινοτόμας και κάθε άλλο παρά συμβατικής διαδρομής, στην οποία ο
συγγραφέας έχει συγκεράσει τη μουσειοπαιδαγωγική, την ιστορία και την αρχαιολογία, τη
θεωρία του υλικού πολιτισμού, τη δημόσια αρχαιολογία και την κριτική παιδαγωγική.
Αναμφίβολα, η έκδοση αυτή εμπλουτίζει την ελληνόγλωσση βιβλιογραφία για τη
μουσειακή εκπαίδευση και είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο το γεγονός ότι σχεδόν συμπίπτει
χρονικά με ένα άλλο, επίσης, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που αφορά στο ίδιο πεδίο, αυτό της
Ειρήνης Γαβριλάκη «Μουσεία: τόποι (αυτο) αναφοράς και Παιδείας» που κυκλοφόρησε στα
τέλη του 2025.

Εκδότης: Εκδόσεις Τόπος
Έτος έκδοσης: Απρίλιος 2026
Έκταση: 312 σελίδες
ISBN: 978-960-499-609-4
Πρόλογος: Δημήτρης Πλάντζος
Επίλογος: Αμαλία Τσιτούρη
Γνωρίζοντας τον Στάθη Γκότση για πάνω από 25 χρόνια, η έκδοση αυτή υπήρξε για μένα μια
ιδανική ευκαιρία να επαναεπισκεπτώ κάποια από τα παλαιότερα δημοσιευμένα κείμενά
του και να προσπελάσω για πρώτη φορά κάποια νεότερα ή αδημοσίευτα. Το σημαντικό σε
αυτό το βιβλίο είναι ότι μέσα από τα κεφάλαια του αποκρυσταλλώνονται και
τεκμηριώνονται σημαντικές όψεις της ιστορίας της μουσειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα,
είτε αυτή θεωρήσουμε ότι ξεκινά το 1978 όπως συμβατικά προτείνεται λόγω της πρώτης
απόπειρας για εκπαιδευτικές δράσεις στα λαογραφικά μουσεία είτε το 1985 με την ίδρυση
του Κέντρου Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων (ΚΕΠ) από το ΥΠ.ΠΟ., εκδοχή την οποία και
προτιμώ. Ο Στάθης Γκότσης είναι σχεδόν από τα πρώτα χρόνια εκεί, από το 1991, αρχικά
στο ΚΕΠ όπου συμμετέχει στο σχεδιασμό και την υλοποίηση πληθώρας καινοτόμων
δράσεων σε μουσεία, μνημεία και χώρους πολιτισμικής αναφοράς και ιστορικής σημασίας
(όπως το Γκάζι) και μετά στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο, στο οποίο –σε συνεργασία
με τον Π. Βοσνίδη– σχεδιάζει εκπαιδευτικά προγράμματα και άλλες δράσεις, αρχικά για
σχολικές ομάδες για να επεκταθεί σταδιακά και σε άλλες ομάδες κοινού με αδυναμία
πρόσβασης, φυσικής, νοητικής, σωματικής, ηλικιακής ή και για κοινωνικά και πολιτιστικά
αποκλεισμένους όπως οι Ρομά, οι ψυχικά ασθενείς, οι φυλακισμένοι. Πρόκειται για
καινοτόμες εκπαιδευτικές απόπειρες που ερείδονται σε στέρεες θεωρητικές βάσεις και με
σαφείς ιδεολογικές αφετηρίες.
Αυτές οι καινοτόμες πρωτοβουλίες, πολλές από τις οποίες παρουσιάζονται και
τεκμηριώνονται σε κεφάλαια του βιβλίου του, είχα τη χαρά, προσωπικά, να τις ακούω από
πρώτο χέρι, γιατί ο Στάθης Γκότσης στήριξε συστηματικά με τη διδασκαλία του έως το 2022
το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μουσειολογία – Διαχείριση Πολιτισμού», μια
σύμπραξη των Τμημάτων Αρχιτεκτονικής, Μηχανολόγων Μηχανικών, ΤΕΠΑΕ (Τμήμα
Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης) του ΑΠΘ με το ΠΤΔΕ Φλώρινας, ΠΔΜ.
Συγκεκριμένα, στην ενότητα «Μουσειοπαιδαγωγική», την οποία συντονίζαμε με τον
Ανδρέα Ανδρέου και την Νινέττα Παπαντωνίου, ο Στάθης Γκότσης με τον ζωντανό και
καθηλωτικό του λόγο παρουσίαζε, με αφορμή την εμπειρία του στο ΚΕΠ και τη
συγκροτημένη εκπαιδευτική πολιτική του Βυζαντινού Μουσείου, πολλές από τις δράσεις
που αφορούσαν τις τυπικές σχολικές ομάδες όσο και τις ειδικές ομάδες κοινού,
εκπαιδεύοντας με αυτόν τον τρόπο πάνω από 250 μουσειολόγους που πολλοί και πολλές
σήμερα στελεχώνουν τα μουσεία της χώρας.
Ουσιαστικά η πλούσια μουσειοπαιδαγωγική εμπειρία του Στάθη Γκότση –μέρος της οποίας
μπορεί κανείς να διαπιστώσει μέσα από τη θεωρητική τεκμηρίωση και τη περιγραφή των
ποικίλλων εκπαιδευτικών δράσεων στο βιβλίο του– μας φέρνει στον νου τον πρόσφατο
ορισμό του ICOM για το θεσμό του Μουσείου, προϊόν μεγάλης διαβούλευσης ώστε να
αντικατασταθεί ο προηγούμενος και πολύ γνωστός της δεκαετίας του 1970 με μια
οριοθέτηση που θα αποκρυσταλλώνει τις σύγχρονες συνθήκες για τον κοινωνικό, πολιτικό
και πολιτιστικό ρόλο του μουσείου. Σύμφωνα με αυτόν «Το μουσείο είναι ένας μόνιμος, μη
κερδοσκοπικός οργανισμός, στην υπηρεσία της κοινωνίας, ο οποίος ερευνά, συλλέγει,
συντηρεί, ερμηνεύει και εκθέτει τεκμήρια υλικής και άυλης κληρονομιάς. Ανοικτά και
προσβάσιμα στο κοινό, χωρίς αποκλεισμούς, τα μουσεία προάγουν την ποικιλομορφία και
την αειφορία. Λειτουργούν και επικοινωνούν με επαγγελματική δεοντολογία και με τη
συμμετοχή κοινοτήτων, προσφέροντας ποικίλες εμπειρίες με σκοπό την εκπαίδευση,
ψυχαγωγία, τον αναστοχασμό και τη διάδοση της γνώσης». Αν και στον ορισμό οι έννοιες
πρόσβασιμότητα, συμπερίληψη, ποικιλομορφία, αειφορία και κοινότητα σηματοδοτούν
μια περισσότερο δημοκρατική και οριζόντια ατζέντα, όπως και μια απόπειρα αποφυγής της
ουδετερότητας, είναι σαφές από την άλλη ότι απουσιάζει μια μορφή αυτοκριτικής για
ζητήματα όπως η συγκρότηση συλλογών στο πλαίσιο της αποικιοκρατίας ή η υποστύλωση
του εθνικισμού μέσα από τις εκθεσιακές πολιτικές και πρακτικές. Παρόλα αυτά ο ορισμός
υπογραμμίζει την ανάγκη ώστε το σύγχρονο μουσείο να έχει ένα σαφή κοινωνικό και
εκπαιδευτικό ρόλο και η δράση αλλά και η σκέψη του μουσειοπαιδαγωγού Γκότση, όπως
αποτυπώνονται στο βιβλίο του, αποτελούν σημαντική απόδειξη για τις τεράστιες
δυνατότητες της μουσειακής εκπαίδευσης να παρέχει αναστοχαστική και ερμηνευτική
θέαση του παρελθόντος και του παρόντος κόσμου.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Στάθη Γκότση, γεννάται αυτόματα το ερώτημα: ποιες είναι οι
δυνατότητες, τα όρια και τα περιθώρια που έχει η μουσειακή εκπαίδευση ως αδήριτη
λειτουργία του σύγχρονου μουσείου (και όχι επειδή το αναφέρουν οι ορισμοί του ICOM) να
αντιπαλέψει τον παροντισμό, αυτό το κυρίαρχο αλλά αδηφάγο καθεστώς ιστορικότητας
σύμφωνα με τον Francois Hartog; Στη σημερινή μετανεωτερική εποχή, με την πολιτισμική
λογική του ύστερου καπιταλισμού να δεσπόζει, ο παροντισμός αποτελεί την κυρίαρχη
σύγχρονη πρόσληψη του χρόνου με βάση την οποία το διογκωμένο –σε αξία– παρόν
αντιμετωπίζεται ως η μοναδική ιδανική πραγματικότητα, με συνέπεια είτε την απαξίωση ή
την υποτίμηση της σημασίας του παρελθόντος, είτε την υπερβολική εμμονή αποκλειστικά
στο τραυματικό παρελθόν και στην υπερδιόγκωση του καθήκοντος της μνήμης σε
αντιδιαστολή με την ιστορία. Η μουσειοποίηση των πάντων και η υπερ-μνημόνευση
επιλεγμένων στιγμών του παρελθόντος, είναι ενδεικτική. Παράλληλα, η προσκόλληση στο
παρόν εκμηδενίζει την ελπίδα για το μέλλον, το οποίο πλέον δεν αντιμετωπίζεται ως πηγή
εξέλιξης, αλλά ως μια αιώνια προέκταση του παρόντος. Η καταναλωτική ευδαιμονία, η
συζήτηση για το τέλος των μεγάλων αφηγημάτων, η εκτεταμένη ανασφάλεια που
προκαλούν οι σύγχρονες παγκόσμιες απειλές (πανδημίες, πόλεμοι, κλιματική κρίση)
φέρνουν συστηματικά τον μουσειακό θεσμό αντιμέτωπο με νέες προκλήσεις και την
εκπαίδευση στο μουσείο σε νέα αμείλικτα διλήμματα. Είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς
ότι τα μουσεία ως πολιτισμικοί οργανισμοί θα ανατρέψουν το κυρίαρχο καθεστώς
ιστορικότητας του παροντισμού.
Παρόλα αυτά, τόσο μέσα από την εκθεσιακή τους πολιτική
όσο, και κυρίως μέσω της εκπαίδευσης η οποία ανοικτά και δημοκρατικά θα αφορά όλες
τις διαφορετικές ομάδες κοινού, έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν περισσότερο
δραστικά στις κοινωνίες και να μετασχηματίσουν το απόθεμα ιστορίας του ανθρώπου και
της φύσης (ας μην ξεχνάμε την σύγχρονη προβληματική για το ανθρωπόκαινο) σε
δημοκρατική γνώση και αναστοχαστική εμπειρία στη κατεύθυνση της κριτικής και γενετικής
ιστορικής συνείδησης, όπως την έχει οριοθετήσει ο Γερμανός ιστορικός και φιλόσοφος J.
Rusen. Στο βιβλίο του Στάθη Γκότση «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» μπορεί κανείς να
εντοπίσει τους λόγους για τους οποίους και τους τρόπους με τους οποίους αυτό θα
μπορούσε να γίνει εφικτό.
Κώστας Κασβίκης
Αναπλ. Καθηγητής Διδακτικής της Ιστορίας και του Πολιτισμού
Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Φλώρινας
Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

