Εικόνα: Gί | Οι σκέψεις είναι σαν τα κύματα, περνούν | gispace.gr
Όλοι οι άνθρωποι παιδί μου, έχουν τα ζαράλια τους και τα χούγια τους, συνήθιζε να μου λαλεί η γιαγιά μου. Έπρεπε να ‘μαι αλληλέγγυος στα πρώτα και να σέβομαι τα δεύτερα. Το λέω αυτό, γιατί κι εγώ με τον καιρό ανέπτυξα διάφορα χούγια, όσο για το ζαράλια, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η ζωή είναι μεγάλο ζαράλι. Η λέξη είναι τουρκική και σημαίνει, το βάσανο ή την αρρώστια. Έτσι μπορώ να πω ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο βάσανο, γιατί ανήκω στην πλέμπα της κοινωνίας. Ή να πω ότι η ζωή είναι αρρώστια, γιατί από τότε που κάνεις το πρώτο βήμα, ο θάνατος σ’ ακολουθεί από μακριά, μα σαν μεγαλώσεις σιγά σιγά σε σιμώνει κι αρχίζεις να νιώθεις το χνώτο του. Εγώ πάντα τον νιώθω να κλώθει γύρω μου, σαν την αράχνη, το νήμα της ζωής μου.
Από τότε που το συνειδητοποίησα, αποφάσισα να ζήσω με την επίγνωσή του.
Ανέπτυξα διάφορα χούγια. Όλα είχαν ένα στόχο, τον οποίο θα προσπαθήσω να αναλύσω, όσο πιο συνοπτικά γίνεται. Θεωρώ ότι οι σκέψεις, είναι σαν το νερό ενός ποταμιού. Κυλάνε άλλοτε ορμητικά, άλλοτε ήρεμα και ποτίζουν ή διαβρώνουν, όλα τα εδάφη που αποτελούν, εμένα. Οι σκέψεις χτίζουν το εγώ μου. Οι σκέψεις χτίζουν το εγώ, κάθε ανθρώπου. Αν το προεκτείνω αυτό θα μπορούσα να πω, ότι όλες οι σκέψεις, χτίζουν το εγώ της κοινωνίας που ζούμε και ζούμε, σε μια εγωκεντρική κοινωνία με μπόλικα απωθημένα. Δηλώνω παιδί του Ηράκλειτου, πιστεύω ότι η πραγματικότητα είναι κρυμμένη κάτω απ’ το χαλί της σκέψης. Έτσι το μειονέκτημα που ανακάλυψα ήταν, ότι ενώ το νερό που περνά από μπροστά μου είναι πάντα διαφορετικό, οι σκέψεις αντίθετα είναι πάντα ίδιες και αφορούν πάντα, το παρελθόν. Με λίγα λόγια οι σκέψεις, είναι μνήμες που φωνάζουν στο πέρασμα του χρόνου. Οι μνήμες γεννιούνται από τις εμπειρίες που βιώνουμε και την γνώση που συλλέγουμε. Θα μπορούσα να φανταστώ την σκέψη-μνήμη, σαν το ταγκό των Ασσασίνων, που το χορεύουν σφιχταγκαλιασμένες η γνώση με την εμπειρία, ενώ ο χρόνος τζαμάρει με το μπαντονεόν. Όταν ο χρόνος σιγοντάρει τον ρυθμό της σκέψης μου έχω πρόβλημα, γιατί λειτουργεί σαν τη λάβα που μαζεύει το ανενεργό ηφαίστειο του νου μου, μέχρι να εκραγεί κι όποιον πάρει ο χάρος.
Μεγάλωσα έχοντας πάντα μια εικόνα του μεγέθους μου. Ήμουν ένα ανώνυμο τίποτα, που πλατσούριζε μέσα σ’ ένα ωκεανό, άλλων ανώνυμων τίποτα. Κι ο καθένας μας πίστευε, πως ήταν ή θα γινόταν, το κέντρο του κόσμου… Ποιου κόσμου άραγε;.. Αυτό είναι μια μεγάλη και συνάμα πονεμένη ιστορία. Θεωρώ ότι ο κόσμος του ανθρώπου, αποτελεί ένα απειροελάχιστο κομμάτι ενός Κόσμου, ο οποίος σίγουρα, δεν έχει κέντρο, όπως δεν έχει και όρια γιατί είναι όλος μια ενότητα. Αυτό βέβαια είναι μια άποψη που όταν τη λέω, όλοι με κοιτάνε συγκαταβατικά και σκέφτονται μέσα τους, “τί μεταφυσικές μαλακίες μας τσαμπουνάει τούτος με τους κόσμους, με το μικρό κάπα και το μεγάλο Κάπα; Γιατί να μας ενδιαφέρει αυτό εμάς, που ζούμε στον κόσμο των ανθρώπων; Εμείς είμαστε προορισμένοι να διαφεντέψουμε τον κόσμο και να τον ξανασχεδιάσουμε έτσι που να εξυπηρετεί τις δικές μας ανάγκες. Άλλωστε χωρίς εμάς να τον διηγούμαστε, ο κόσμος δεν υπάρχει. Ναι, η ζωή είναι δύσκολή. Πάντα ήταν και πάντα θα ‘ναι. Τους πλούσιους τους βρήκαμε και θα τους αφήσουμε πίσω όταν φύγουμε για την γαλάζια. Εμείς αυτό που ξέρουμε, γιατί μας το δίδαξαν με επιμέλεια, είναι ότι αποτελούμε την ραχοκοκαλιά της κοινωνίας, γιατί ήμαστε η μεσαία τάξη. Ήμασταν όλοι πιο μορφωμένοι απ’ τους γονιούς μας. Έπρεπε να παίρνουμε καλύτερα λεφτά από αυτούς. Ψάχνουμε να βρούμε δουλειά και βρίσκουμε δουλεία. Τότε, αρχίζει το μυαλό να βράζει και να παράγει ατμό, ενώ συνειδητοποιούμε ότι όσα πτυχία κι αν πάρουμε για τα αφεντικά τούτου του κόσμου… ήμαστε απλά μάζα. Τις καλές δουλειές, τις παίρνουν τα παιδιά των πιστών υπηρετών των αφεντικών του κόσμου, αφήνοντας για μας τις κακές δουλειές, να τις μοιραστούμε με κάθε καρυδιάς καρύδι, που εισέβαλε στον τόπο μας.” Όταν προσπάθησα να εξηγήσω, ότι αυτά τα “καρύδια” είναι άνθρωποι και θα μπορούσαν κάλλιστα, να ‘ναι κατά κάποιον συμπαντικό νόμο, ο ίδιος ο εαυτός μας, οι απαντήσεις που εισέπραξα ήταν από την αρχική συγκατάβαση, μέχρι το «μια ζωή μαλακίες μας τσαμπουνάς». Άνθρωποι που εκτιμούσα, μου λέγανε το αμίμητο «εγώ, δεν είμαι ρατσιστής, απλά θέλω να πάνε κάπου αλλού»…
Από μικρός είχα αποφασίσει να απέχω από τους διάφορους ισμούς, αυτό μου έδωσε την ελευθερία να μπορώ να παρατηρώ, χωρίς να κρίνω. Περπατούσα στους δρόμους κι αντί να παρατηρώ τα αξιοθέατα και να διαλογίζομαι, εγώ παρατηρούσα τους ανθρώπους. Αυτό το έκανα, γιατί ήταν ένας τρόπος για να εκπαιδεύσω το μυαλό μου, να παρατηρήσει εμένα, χωρίς να με κρίνει. Έτσι μπορούσα να παρατηρώ την ακύρωση των ζωών, όλων γύρω μου.
Από όλους άκουγα μια έκφραση να επαναλαμβάνεται σαν Ταντρικό μάντρα, «εμείς αλλιώς σχεδιάσαμε τη ζωή μας…». Όλοι δήλωναν ανήμποροι. Η ανημποριά εξελισσόταν σε ανασφάλεια και η ανασφάλεια, οδηγούσε στην απελπισία. Αυτή με την σειρά της έσπερνε τον φόβο και θέριζε την επιθετικότητα, προς καθετί διαφορετικό. Κοιτούσα μια ακυρωμένη κοινωνία, να τρώει τις σάρκες της, κυνηγώντας αποδιοπομπαίους τράγους, αντί να κάτσει να διανοηθεί γιατί αυτοακυρώνεται και να κάνει κάτι, ώστε ν΄ αλλάξει τη μοίρα της.
Αυτή βάδιζε σαν υπνοβάτης προς την απόλυτη καταστροφή, σαν να τρεφόταν από εικόνες συντέλειας. Αυτό έγραφε ο Τέοντορ Αντόρνο, στις «Όψεις της Νέας Ακροδεξιάς», εξήντα χρόνια πριν, αναλύοντας πως μια κοινωνία φτάνει μέσα από την απελπισία, με «δημοκρατικές διαδικασίες»… να γεννήσει έναν Χίτλερ και πολλά ολοκαυτώματα.
Αλλά ας αφήσουμε αυτά κι ας επιστρέψουμε, στα χούγια μου.
Ο στόχος τους ήταν εξαρχής, να ησυχάσει το μυαλό μου. Περίεργος στόχος, ειδικά σε μια ηλικία που όλοι ήθελαν να γίνουν γιατροί, δικηγόροι ή ότι άλλο επάγγελμα συνήθως έκανε, ο πατέρας τους. Εκτός κι αν ήταν εργάτης τότε έκαναν κάθε προσπάθεια να ξεφύγουν από την τάξη τους. Κάποιοι το κατόρθωναν, η πλειονότητά τους όμως επέστρεφε, με την ουρά στα σκέλια, για να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Αν πηγαίναμε πίσω στον χρόνο και υπήρχε ανάλογη ανάλυση στο DNA, σίγουρα θα βρίσκαμε πολλούς προγόνους μας
δούλους. Για να μη μακρηγορώ, όταν με ρωτούσαν τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, εγώ τους απαντούσα, σαν να ήμουν εκτός τόπου και χρόνου, θέλω… να είναι ήσυχο το μυαλό μου, ελέγχοντας τις σκέψεις μου. Όπως ήταν φυσικό, κατάφερα το ακριβώς αντίθετο. Στην αρχή τις κήρυξα τον πόλεμο. Τα όπλα μου ήταν πολλά. Πρώτα χρησιμοποίησα τα συμβατικά όπλα, πίνοντας οτιδήποτε πίνεται, κατόρθωνα να σταματάω τις σκέψεις μέσω της λιποθυμίας. Τα αποτελέσματα κρατούσαν όσο ήμουν πιωμένος, συνοδευόμενα όμως, από κακές παρενέργειες όταν ξενέρωνες και έπρεπε να αντιμετωπίσεις τις σκέψεις που επέστρεφαν, ενώ το κεφάλι σου το βομβάρδιζαν αδιανόητοι πονοκέφαλοι. Κατόπιν πέρασα σε πιο ολοκληρωτικές λύσεις, κάνοντας μακροβούτι μέσα στις ουσίες με μόνο έπαθλο την απάθεια. Εκεί είδα τη ψυχή μου να χάνεται κυνηγώντας speedballs, στα ελληνικά ορίζεται ως μπαλάκι ταχύτητας και δημιουργείται από ανάμιξη ηρωίνης με κοκαΐνη. Θα μπορούσα να το περιγράψω, σαν να καβαλάς έναν υπερηχητικό πύραυλο, ευτυχισμένος από την αίσθηση της ταχύτητας και αδιάφορος για την πρόσκρουση, που θα σημάνει το τέλος του ταξιδιού. Κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο του Κρισναμούρτι με τίτλο, «Το τέλος του χρόνου», μια συζήτηση με τον Δρ. Ντέιβιντ Μπομ. Εκεί διάβασα κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, σας το διαβάζω: «Το άμετρο δεν μπορεί να αναζητηθεί από τη σκέψη, γιατί η σκέψη έχει πάντα μέτρο. Το υπέρμετρο δεν βρίσκεται στη δομή της σκέψης και του λογικού, ούτε είναι προϊόν της συγκίνησης και του συναισθηματισμού. Η άρνηση της σκέψης είναι προσοχή… η άρνηση της σκέψης είναι αγάπη… Αν αναζητάτε το υπέρμετρο, δεν πρόκειται ποτέ να το βρείτε. Πρέπει να έρθει το ίδιο σε σας, αν είστε τυχερός – και η τύχη είναι το ανοιχτό παράθυρο της καρδιάς, όχι της σκέψης».
Συνεχίζοντας να διαβάζω συνειδητοποίησα, ότι όλη μου τη ζωή έπλεα μέσα σ’ ένα ποτάμι μνήμης. Αυτό με πότιζε κι αυτό, με διαμόρφωνε σαν άνθρωπο. Κάθε κομμάτι πάνω μου ήταν σφραγισμένο από το πριν, αλυσοδεμένο με τον χρόνο. Κάθε σκέψη που έκανα ήταν κι ένα αγκωνάρι που τοποθετούσα, δημιουργώντας ένα τείχος σκέψης, το οποίο με εγκλώβιζε σ’ έναν φαύλο κύκλο, ιδεών, αναμνήσεων, εικόνων, φόβων και διέλυε το μυαλό μου.
Ο χρόνος του ανθρώπου, έλεγε ο Ηράκλειτος, βιώνεται σχετικά.
Άλλοτε είναι ένα μικρό παιδί, που παίζει αμέριμνο και άλλοτε ένας βασιλιάς, που διαφεντεύει απόλυτα το είναι. Προσέξτε όταν μιλώ για τον χρόνο, πάντα βάζω ο χρόνος των ανθρώπων, γιατί ο Χρόνος του Κόσμου είναι ανεξάρτητος από τον παρατηρητή που τον καταγράφει, αποτελώντας μια από τις ίσως έντεκα διαστάσεις, που ορίζουν το σύμπαν. Ο χρόνος του ανθρώπου από την άλλη, είναι κάτι παραπάνω από μια απλή διάσταση. Το λέω αυτό γιατί ο χρόνος, για τον καθένα από μας είναι σκέψη, γεννημένη από την μνήμη που αποθηκεύει εμπειρίες, εικόνες, περιγραφές που παράγουν γνώση, είναι όμως και βούληση υποταγμένη σε μάταιες επιθυμίες. Αυτό είναι που κάνει τον χρόνο του ανθρώπου ψυχολογικό, σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Αυτή είναι και η διαφορά του, με τον Χρόνο, σαν διάσταση του σύμπαντος.
Αυτό είναι το δικό μου ζαράλι. Να αποκτήσω, την επίγνωση της ροής των δικών μου σκέψεων, ώστε να τις λευτερώσω απ’ τον ψυχολογικό χρόνο και να διαλύσω κάθε διαμόρφωση του μυαλού μου. Να νιώσω την ενότητα του Κόσμου που συμπεριλαμβάνει και τον κόσμο του ανθρώπου. Σαν στόχος, ναι… μπορείτε να μου το πείτε, ότι είναι μεγαλεπήβολος, εξ ου και τα συγκαταβατικά βλέμματα. Αλλά για μένα, είναι το πρώτο μου βήμα για να υπάρξω σαν άνθρωπος σ’ έναν κόσμο ανθρώπων. Όταν δεις ότι ο κόσμος είσαι εσύ, τότε δύσκολα μπορείς να σε βλάψεις.
Τώρα από χούγια, τα έκοψα… σχεδόν όλα.
Για να λέω την μαύρη αλήθεια, υπήρξε κάτι που δεν διανοήθηκα να κόψω και τούτο ήταν το Άγιο Χασισάκι. Καθημερινά έστριβα τους μπάφους μου κι έβγαινα μια βόλτα στην παραλία, στη λεγόμενη και λεωφόρο του μπαϊπάς. Ονοματίστηκε έτσι από τους πάσχοντες, όσους έκαναν εγχείρηση καρδιάς που απαιτούσε να γίνει μπαϊπάς ή μπαλονάκι μετά έπρεπε μια φορά την μέρα, αν έμεναν στην ανατολική Θεσσαλονίκη, να περπατήσουν τη λεωφόρο του μπαϊπάς που ξεκινούσε από το Μέγαρο Μουσικής κι έφτανε μέχρι τον Λευκό Πύργο. Συνταγή γιατρού: έπρεπε να γίνουν επτά χιλιάδες βήματα για να ξαναγυμναστεί η καρδιά.
Η διαδρομή της λεωφόρου είναι σαν τον Ιανό.
Από την μια μεριά παρατηρείς τη θάλασσα σε όλες της, τις εκδοχές. Αν η μέρα είναι ηλιόλουστη τότε, βλέποντας τον Όλυμπο, έχεις την αίσθηση ότι ζεις σε μια γαλάζια λίμνη, μόνο που αντί για κύκνους βλέπεις γλάρους να λικνίζονται στα ήρεμα νερά της. Αν η μέρα είναι μουντή κι έχει καταχνιά τότε ο Όλυμπος εξαφανίζεται, θάλασσα και ουρανός γένονται ένα, τότε νιώθεις πως υπάρχεις στην άκρη του πουθενά. Εμένα, αυτή η ώρα μ’ αρέσει. Είναι η ώρα που κοιτάω το πουθενά, τότε συνειδητοποιώ το πραγματικό μου μέγεθος… Την άλλη μεριά, αυτή με τα οκταόροφα κουτιά που φράζουν τον ορίζοντα, απλά δεν την κοιτάς γιατί πετρώνουν τα μάτια.
Έτσι και κείνη τη μέρα, έχοντας ετοιμάσει τους απαιτούμενους μπάφους κίνησα από το σπίτι μου σκοπεύοντας να φτάσω σ’ ένα συγκεκριμένο παγκάκι, λίγο πριν τον Όμιλο Φίλων Θαλάσσης. Το είχα διαλέξει γιατί απέναντι μέσα στην θάλασσα είχε μια σημαδούρα, μεταλλική στην κατασκευή η οποία λειτουργούσε σαν αεροδρόμιο γλάρων. Για να προσγειωθεί κάποιος έπρεπε να φύγει ο προηγούμενος, μέχρι να φύγει προσθαλασσωνόταν και έπλεε παραδίπλα. Οι γλάροι με μαγεύουν κάθε φορά που τους βλέπω να πετούν, είναι οι τέλειες πτητικές μηχανές. Πρώτα αιωρούνται εκμεταλλευόμενοι τα ρεύματα του αέρα, κατόπιν εφορμούν σαν τα στούκας και βουτάνε, μόλις δουν τη λεία τους να κολυμπά στον αφρό. Όσο όμορφοι φαντάζουν, όταν πετούν κοντά σου στο κατάστρωμα του πλοίου για να πάρουν από το χέρι σου ψωμί, άλλο τόσο δολοφονικοί είναι όταν κυνηγούν άλλα πουλιά.
Το παγκάκι κάθε μέρα το μοιραζόμουν με τον Μισέλ.
Ο Μισέλ ήταν με διαφορά ο πιο υπερήλικας φίλος μου. Ήταν εκατό χρονών αλλά έδειχνε μικρότερος. Ψηλός με πολύ έντονο υγρό βλέμμα, ευθυτενής, κόντρα ξυρισμένος μύριζε κολόνια λεβάντας. Όσο τον γνώριζα συνειδητοποιούσα πως αποτελούσε το απόλυτο παράδειγμα πως η ζωή ποτέ δεν πεθαίνει… Γίναμε φίλοι από την πρώτη στιγμή, όταν παρατήρησα το τατουάζ που αχνοφαινότανε στον αριστερό του βραχίονα, και τον ρώτησα τι σημαίνει. Γύρισε με κοίταξε και μου απάντησε πως ήταν το όνομά του για κοντά δυο χρόνια. Βλέποντας πως δεν κατάλαβα συνέχισε λέγοντας πως όταν θέλεις να εκμηδενίσεις έναν άνθρωπο, τον κάνεις αριθμό. Είναι ένας αριθμός με μηδενικές ιδιότητες και πολύ μικρό προσδόκιμο ζωής. Για λίγο σταμάτησε σαν να σκεφτόταν κάτι. Αμέσως μετά, συνέχισε σχεδόν ψιθυρίζοντας, “εκτός κι αν είσαι καταραμένος να επιζήσεις”. Όταν τον ρώτησα τι εννοεί, μου απάντησε πως είναι ένας από τους χίλιους εννιακόσιους πενήντα Εβραίους που γύρισαν, από τις σαράντα έξι χιλιάδες που κίνησαν το ταξίδι για το Άουσβιτς. Πολλές φορές αναρωτήθηκε, γιατί αυτός. Τα μαθηματικά είναι ξεκάθαρα, η επιβίωσή του, απαιτούσε εικοσιπέντε θανάτους. Είναι μια ιδέα που δύσκολα μπορεί κάποιος να τη διαπραγματευθεί και να μη νιώσει ένοχος. Για ένα διάστημα έπεσε σε βαριά κατάθλιψη. Τότε γνώρισε την γυναίκα του Έλενα, ήταν η ψυχαναλύτρια που ανέλαβε να τον κουράρει σε μια κλινική στην Ελβετία. Τον έσωσε όταν μια μέρα του διάβασε κάτι που είχε γράψει ένας Ιταλός-Εβραίος ο Πρίμο Λέβι σε ένα βιβλίο του με τίτλο: «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», μου το απήγγειλε από μνήμης: «Εκείνος που σκοτώνει είναι ένας άνθρωπος, εκείνος που υφίσταται μια αδικία είναι ένας άνθρωπος. Εκείνος όμως που φθάνει ως το σημείο να μοιραστεί το κρεβάτι του με ένα πτώμα, αυτός δεν είναι πια ένας άνθρωπος»…
Όταν του το διάβασε η Έλενα κατάλαβε πως δεν ήταν ο μόνος που ένιωθε έτσι. Κατάλαβε πως η εσωτερική ζωή του είχε αλλάξει. Για τον ίδιο ο χρόνος, στο Άουσβιτς είχε φτάσει στο σημείο μηδέν. Μετρούσε τη ζωή του σαν Προ Άουσβιτς(ΠΑ) και Μετά Άουσβιτς(ΜΑ) με συνέπεια να ξεχνάει να ζει. Σιγά σιγά ξανάμαθε να ζει, ερωτεύτηκε, μεγάλωσε παιδιά, εγγόνια αλλά και δισέγγονα, αυτό που δεν έμαθε ήταν να ξεχνά. Το Άουσβιτς ήταν η δική του πληγή που μετατράπηκε σε ουλή.
Το χειρότερο από όλα ήταν πως ποτέ του δεν ένιωσε Εβραίος. Ήταν άθεος και κομουνιστής. Ακόμα κι όταν γύρισε στην Σαλονίκη, ποτέ του δεν σκέφτηκε να μεταναστεύσει στο Ισραήλ. Όταν τον ρώτησα γιατί, μου απάντησε ότι ένιωθε Έλληνας πολίτης του Κόσμου και όχι Ισραηλίτης και πρόσθεσε και κάτι που με εντυπωσίασε βαθιά. Λέξη προς λέξη είπε: «Δεν μπορείς να χτίσεις μια πατρίδα κλέβοντας τη γη από τους ντόπιους, χωρίς να τους εκμηδενίσεις. Δεν υπάρχει παρθένο έδαφος στη Γη και δεν υπάρχουν υπάνθρωποι… Και το χειρότερο είναι όσο το κάνεις να επικαλείσαι το Ολοκαύτωμα, για να ξεπλύνεις την ύβρι…»
Θα μπορούσα να μιλάω με τις ώρες για τον Μισέλ αλλά αυτός δεν είναι το θέμα μου. Ας επιστρέψω λοιπόν στο θέμα μου.
Ήταν απόγευμα όταν βγήκα από το σπίτι, ήταν η ώρα του Μισέλ. Περπατούσα με κλειστά τα μάτια, είχα μετρήσει πόσα βήματα χρειαζόντουσαν για να φτάσω στο παγκάκι, χίλια επτακόσια είκοσι τρία βήματα. Ο ήλιος χάιδευε το πρόσωπό μου. Στα αυτιά φορούσα ακουστικά και άκουγα την μοναδική μουσική που μπορούσε να ταιριάξει με τον θόρυβο της κίνησης και με την κίνηση των κυμάτων. Άκουγα τους Godspeed You Black Emperor [1] , μια καναδέζικη post-rock μπάντα που στήνει τα δικά της ηχοτοπία και σε καλεί, αφού τα σκεφτείς να τα περιγράψεις με τα δικά σου λόγια. Άκουγα τον τελευταίο δίσκο τους που είχε τον ευφάνταστο τίτλο: «G_d’s Pee AT STATE’S END!» στα Ελληνικά μεταφράζεται, ο θεός κατουράει στο τέλος του κράτους!…
Πάντα ανοίγω τα μάτια μου εκατό βήματα πριν το πολυπόθητο παγκάκι, περιμένοντας να αντικρίσω τον Μισέλ να έχειαπλωμένη την αρίδα του και να λιάζεται. Ο Μισέλ για πρώτη φορά δεν ήταν εκεί. Στη θέση του βρισκόταν ένας περίεργος ανθρωπάκος ακαθόριστης ηλικίας. Καθόταν στητός, σαν να περίμενε κάτι ή κάποιον, ίσως τον Γκοντό. Ήταν παράταιρα ντυμένος, αν και τα ρούχα του έδειχναν καλοραμμένα. Φορούσε ένα μάλλινο χακί κοστούμι, το σακάκι είχε μεγάλα πέτα, γραβάτα χακί, άσπρο πουκάμισο και χακί φαρδύ παντελόνι και στα πόδια ανοιχτόχρωμα σκαρπίνια. Ήταν μετρίου αναστήματος. Τα μαλλιά του είχαν μια χάλκινη απόχρωση, μου θύμιζαν την κομοδινί καούκα [2] της γιαγιάς μου. Το δέρμα του ήταν τόσο τσιτωμένο, έμοιαζε με κέρινο ομοίωμα της μαντάμ Τισό. Τα μάτια του τα ‘χε κρυμμένα πίσω από μαύρα κοκάλινα γυαλιά ηλίου.
Όσο τον πλησίαζα έκανα δυο διαπιστώσεις. Η πρώτη είχε να κάνει με το ντύσιμο.
Όπως λάλησα και παραπάνω, ήταν παράταιρο θύμιζε μια άλλη εποχή. Θα έλεγα ότι μου θύμιζε τον πατέρα μου νέο, να μοστράρει στον καθρέφτη του ράφτη του με την καινούργια του κουστουμιά, την δεκαετία του πενήντα… Με λίγα λόγια θα τον παρομοίαζα με έναν αναχρονισμό. Έμοιαζε να ανήκει σε μια άλλη εποχή ή να ‘ρχεται από έναν άλλο κόσμο. Σκέφτηκα, να ένας εξωγήινος που λιάζεται..
Μόλις σκέφτηκα αυτό, παρατήρησα κάτι που με οδήγησε στην δεύτερη διαπίστωση. Κανένας από τους περαστικούς, που ήταν πολλοί λόγω της ώρας, δεν τον πρόσεχε αν και ήταν σίγουρα μια ατραξιόν με το χειμωνιάτικο ντύσιμό του. Η θερμοκρασία εκείνη την ώρα ξεπερνούσε τους τριάντα βαθμούς. Κατά κάποιον παράλογο τρόπο ήταν… αόρατος.
Όταν έφτασα στο παγκάκι, στάθηκα και τον ρώτησα αν μπορούσα να καθίσω, μήπως τον ενοχλούσα. Μου έγνεψε πως δεν υπάρχει πρόβλημα. Κάθισα και άπλωσα την δική μου αρίδα απολαμβάνοντας το κάψιμο του ήλιου. Περίμενα να ενοχληθεί αλλά δεν έγινε τίποτα. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και τον ένιωσα να με κοιτά σαν να περιμένει κάτι από μένα. Στην αρχή δεν τον έδωσα καμία σημασία μιας και δεν είχα όρεξη για πολλές κουβέντες, μέχρις ότου στο κοίταγμα προστέθηκε κι ένα τρέμουλο του αριστερού του ποδιού σαν να αδημονούσε για κάτι. Τότε γύρισα και τον κοίταξα ερωτηματικά. Αμέσως με ρώτησε αν τον θυμάμαι, του απάντησα όχι. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου, πιστεύοντας πως θα αναγνώριζα το βλέμμα του.
Κοίταξα τα μάτια του και μέσα στο παγωμένο γαλάζιο αντίκρισα να σιγοκαίει μια φωτιά παραφροσύνης. Δεν είμαι ψυχίατρος ή ψυχολόγος αλλά αμέσως τον κατέταξα στους πυροβολημένους τύπους. Οι περισσότεροι αν όχι όλοι είναι ακίνδυνοι και μπορούν να είναι και διασκεδαστικοί αν έχεις την όρεξη να ασχοληθείς μαζί τους.
Από τότε που ανακάλυψα ότι ο χρόνος είναι ο θάνατος που με ακολουθεί, αποφάσισα να τον διαθέτω ακόμα και στα πιο παράλογα πράγματα. Είναι ο δικός μου τρόπος να σταματάω τον χρόνο, σ’ αυτό οφείλω να τονίσω ανερυθρίαστα πως βοηθούν και οι μπάφοι. Αυτός είναι και ο λόγος που προτιμώ κάποιες στιγμές αντί να τρέχω να κονομήσω όπως όλοι γύρω μου, να στρίβω τους ανάλογους μπάφους, να φορώ τα ακουστικά μου για να ακούω τους Godspeed You Black Emperor και να βγαίνω κάθε μέρα για να κάνω τα χίλια επτακόσια είκοσι τρία βήματα μέχρι το παγκάκι για να δω τον ήλιο να κρύβεται πίσω από τον Όλυμπο και να σκεφτώ πως ο Δίας στήνει το δικό του rave party, όσο το χρώμα του ουρανού περνά από το μπλε στο πορτοκαλί, μετά στο κόκκινο και το μοβ, για να ξαναγίνει μπλε σκοτεινό, αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν μπλε νουάρ.
Μιας και αποφάσισα να ασχοληθώ μαζί του, απάντησα πως δεν μου θυμίζει τίποτα η φάτσα του. Φάνηκε ενοχλημένος, παρόλα αυτά συνέχισε με μειλίχια φωνή και μου διηγήθηκε την πιο παράλογη ιστορία που άκουσα ποτέ. Σας την μεταφέρω όσο πιο πιστά θυμάμαι.
Ξεκίνησε λέγοντάς μου πως είμαι πολύ νέος για να τον θυμάμαι αν και το όνομά του το γνωρίζω σίγουρα. Το όνομά του ήταν, Άντολφ Χίτλερ… Για λίγο σταμάτησε να μιλάει θέλοντας να δει τι εντύπωση προκάλεσαν τα λόγια του. Εγώ γέλασα και του απάντησα ειρωνικά, κόψε κάτι ρε μεγάλε, απ’ ότι ξέρω αυτοκτόνησες γιατί δεν ήξερες να χάνεις μόλις ο σύντροφος με το μουστάκι, έφτασε έξω από την πόρτα σου.
“Όχι, κάνεις λάθος, η αυτοκτονία μου ήταν στημένη. Έπρεπε όλοι να πιστέψουν ότι είμαι νεκρός. Μόνο έτσι θα μπορούσα να βγω από το κάδρο και να δουλέψω υπόγεια. Έχεις δίκιο τον πόλεμο τον έχασα και συγχρόνως έχεις άδικο, γιατί σε βάθος χρόνου, εγώ νίκησα…”
Όσο τον άκουγα συνειδητοποίησα πως κάναμε έναν διάλογο κουφών. Θα αναρωτιέστε τι εννοώ όταν λέω, διάλογο κουφών. Ο Χίτλερ μιλούσε γερμανικά, εγώ απαντούσα ελληνικά και περιέργως συνεννοούμασταν σαν να μιλάγαμε την ίδια γλώσσα. Αυτό μου θύμισε μια εκπομπή της ΕΤ3 στην οποία ένας Γάλλος ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο με τρένο. Σε κάθε χώρα που πάει και πιάνει κουβέντα με τους ντόπιους, αυτός ρωτά στα γαλλικά και οι ντόπιοι του απαντούν στη γλώσσα τους, σε κανένα πλάνο δεν εμφανίζεται ο μεταφραστής. Κάπως έτσι και μεις, δεν υπήρχε μεταφραστής, αλλά καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον.
Έμεινα για λίγο σκεφτικός από το σουρεαλιστικό της δήλωσης, “ναι έχασα αλλά κέρδισα”. Αποφάσισα να ανάψω έναν μπάφο. Όσο το έκανα παρακολουθούσα μια μητέρα να σέρνει ένα καροτσάκι. Στο καροτσάκι καθόταν ένα κοριτσάκι, το οποίο κοιτούσε προς το μέρος μου. Έκανα μια γκριμάτσα στο κοριτσάκι γουρλώνοντας τα μάτια σαν πίθηκος που ζητάει μπανάνα. Συνήθως μαμά και κόρη χαμογελούνε όταν κάνω τέτοιες γκριμάτσες, αλλά στην προκειμένη πέρασαν απλά από δίπλα μου σαν να μην υπήρχα. Αυτό θα έπρεπε να με προβληματίσει αλλά εγώ το πέρασα στο ντούκου. Πιο πολύ με ενδιέφερε το σουρεαλιστικό θέμα του όλου σκηνικού.
Ξαφνικά θυμήθηκα κάτι που διάβασα και μου ΄χε κάνει εντύπωση. Το είχε γράψει ο Τσαρλς Φορτ ένας καταραμένος συγγραφέας, στο “Βιβλίο των Καταραμένων”. [3] Γύρω μας υπάρχει ένας πολύ παράξενος κόσμος. Δεν ξέρουμε τίποτε στ’ αλήθεια γι’ αυτόν. Εμείς είμαστε πολύ παράξενα όντα που ζουν σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο. Δεν ξέρουμε τίποτε στ’ αλήθεια για τον εαυτό μας. Όλα συνδέονται. Εμείς οι ίδιοι συνδεόμαστε με τα πάντα. Είμαστε τα πάντα, Όλα είναι αληθινά ή όλα είναι ψεύτικα. Τίποτα δεν υπάρχει ή όλα υπάρχουν. Τίποτε δεν είναι ψέματα ή τίποτε δεν είναι αλήθεια. Τα πάντα είναι εκφράσεις ενός ακατανόμαστου δικτύου, συλλαβές μιας ανείπωτης φράσης, νότες μιας ανεξέλεγκτης μουσικής. Νοήματα μέσα σε νοήματα μέσα σε νοήματα, εικόνες μέσα σε εικόνες μέσα σε εικόνες. Εαυτοί μέσα σε εαυτούς.
Ποιος είμαι εγώ για να διαφωνήσω με μια παράξενη πραγματικότητα, που με παρασέρνει σαν το νερό ενός ορμητικού ποταμιού. Αποφάσισα να αφεθώ σαν δερβίσης στις δίνες της πραγματικότητας και να παίξω το παιχνίδι της.
Γύρισα και τον ρώτησα ειρωνικά, αν πήρε και την κυρία Χίτλερ μαζί του. Χαμογέλασε πικρά και μου απάντησε ότι το σχέδιο δεν συμπεριελάμβανε την Εύα. Τον τελευταίο χρόνο του πολέμου, ειδικά μετά το Στάλιγκραντ, ο καθένας μπορούσε να δει ότι η Γερμανία είχε υπερβεί τα όριά της. Ο ίδιος άργησε να παραδεχτεί αυτό που ο Μπόρμαν [4] είδε από την πρώτη στιγμή. Έχαναν και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα να ανατρέψουν την κατάσταση. Τότε ήταν που ο Μπόρμαν έριξε την ιδέα του σκιώδους πολέμου. “Μπορούσαμε να συνεχίσουμε τον πόλεμο με άλλα μέσα. Ο στόχος θα ήταν ίδιος, η παγκόσμια ηγεμονία. Πρώτα έπρεπε να δημιουργηθεί μια οργάνωση που θα ήταν αφανής. Θα λειτουργούσε έξω από την Ευρώπη. Είχαμε ήδη ένα πολύ γεμάτο ταμείο κατατεθειμένο στην Ελβετία. Διαλέξαμε τους ανάλογους σωσίες.” Έπρεπε να γίνουν πολλά σε λίγο χρόνο, κάτω από μεγάλη μυστικότητα, να αλλάξουν όλα τα ιατρικά αρχεία που σχετιζόντουσαν με τον ίδιο.
Στη θέση τους έβαλαν, του σωσία. Έπρεπε να κοροϊδέψουν πολύ κόσμο ώστε να μην υπάρχει κανενός είδους διαρροή.
Η επιχείρηση εξελίχθηκε δέκα μέρες μετά την επίθεση των σοβιετικών στο Βερολίνο. Ο ίδιος ήταν εξαφανισμένος μετά την απόπειρα της δολοφονίας του, τον Ιούλιο του ’44. Ο σωσίας του ήταν ένας παραλίγο ηθοποιός τον έλεγαν Έρικ, έπαιξε μόνο έναν ρόλο στη ζωή του. Από το ’36 που τον είδε στα πλατό της Ρίφενσταλ, τον είχε διαλέξει να αντικαταστήσει τον Χίτλερ στα ατέλειωτα πλάνα των Ολυμπιακών. Έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Είχε συμφωνήσει να παντρευτεί την Εύα και να αυτοκτονήσουν εικονικά, τα χάπια που θα παίρνανε θα ήταν υπνωτικά, να δείχνουν σαν νεκροί. Τους είχαν πει πως οι γιατροί ήταν μιλημένοι. Θα τους έβγαζαν από την καγκελαρία με ασθενοφόρο του Ερυθρού Σταυρού και θα τους πήγαιναν στο Τιργκάρντεν όπου θα τους περίμενε αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στην Δανία. Δεν κατάλαβαν τίποτα όταν πέρασαν στην αιωνιότητα. Τους χρωστά ευγνωμοσύνη γιατί τον απελευθέρωσαν από τις συνέπειες της ήττας του στον
πόλεμο.
Έφτασε στην Αργεντινή πέντε μέρες μετά την έπαρση της κόκκινης σημαίας στο Ράιχσταγκ. Τα υποβρύχια έδεσαν στον κόλπο του Σαν Ματίας, η περιοχή ήταν γεμάτη από χωριά που είχαν ιδρύσει Γερμανοί. Ήταν σαν να επέστρεφε στην Γερμανία. Έμεινε σ’ ένα μεγάλο ράντσο στους πρόποδες των Άνδεων για δώδεκα χρόνια. Μετά αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Μικρονησία, όταν η Μοσάντ απήγαγε τον Άιχμαν το 1960. Στην αρχή είχε άγχος μήπως τον ανακαλύψουν οι Αμερικανοί, αλλά σύντομα απέδωσαν οι πρωτοβουλίες του Μπόρμαν για συνεργασία με την ΣΙΑ. Αυτό σταμάτησε κάθε έρευνα και ταυτόχρονα έβαλε γερά την οργάνωσή τους στο γεωπολιτικό παιχνίδι. Η οργάνωση άρχισε να δημιουργείται αμέσως μετά την ήττα στο Στάλιγκραντ. “Ήταν το έργο τέχνης του Μπόρμαν ο οποίος πάντα έβλεπε μακριά στο μέλλον. Ήταν αυτός που είχε δει το λάθος από την αρχή παρά την νικηφόρα πορεία. Κάποια στιγμή προσπάθησε να με πείσει να μην επιτεθούμε στην Σοβιετική Ένωση. Πρώτα να ξεμπερδέψουμε με τους συμμάχους που ήταν του χεριού μας και μετά να ασχοληθούμε με τους Σοβιετικούς. Αν ελέγχαμε όλη την Ευρώπη και τα πετρέλαια της ανατολής τότε θα ήταν πολύ πιο εύκολο να επικρατήσουμε εναντίον των Σοβιετικών. Τελικά εκ του αποτελέσματος είχε δίκιο. Έκανα το ίδιο λάθος με τον Ναπολέοντα, τους υποτίμησα.”
Στην αρχή η οργάνωση λειτουργούσε στην σκιά, κάτω από ένα περίεργο τίτλο «Πολίτες Στρατιώτες ταγμένοι στην υπεράσπιση του Τρίτου Ράιχ». Συμμετείχαν πολίτες – τραπεζίτες, βιομήχανοι, γαιοκτήμονες, επιστήμονες, δικαστές – και στρατιωτικοί, επίλεκτα μέλη των SS και αξιωματικοί όλων των σωμάτων, επίσης όλη η αντικατασκοπία με κορυφαίο τον
στρατηγό Γκέλεν. Αυτός με εντολή του Μπόρμαν παραδόθηκε στους Αμερικάνους με όλο το αρχείο που αφορούσε το σοβιετικό μπλοκ, υποσχόμενος να οργανώσει ένα δίκτυο αντισοβιετικών πρακτόρων, το οποίο έμελλε να γίνει η υπηρεσία αντικατασκοπίας της Δυτικής Γερμανίας. “Με τους Αμερικάνους μοιραζόμασταν την ίδια απέχθεια για τον κομουνισμό. Γίναμε βασικό γρανάζι του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό μας έδωσε την δυνατότητα να διασώσουμε πολλούς συντρόφους και να τους προφυλάξουμε από τις διώξεις. Η οργάνωση έγινε γνωστή με το όνομα ΟDESSA. Το ξεχρεώσαμε ειδικά στην Λατινική
Αμερική, όταν οργανώσαμε τα τάγματα θανάτου που ξανάγραψαν την ιστορία της. Κάναμε όλη την βρώμικη δουλειά στην πίσω αυλή των Αμερικάνων. Αυτονόητο ήταν για πολλά χρόνια να ελέγξουμε τη δομή της εξουσίας σε εκείνες τις χώρες. Αυτό μας πρόσφερε, πέρα από την ευγνωμοσύνη της ΣΙΑ και κατ’ επέκταση των Αμερικάνων, διαρκή χρηματοδότηση
από όλους τους μεγάλους τραπεζίτες αλλά και δυνατότητα στρατολόγησης νέων μελών. Αυτή την στιγμή έχουμε έναν σκιώδη στρατό αρκετών χιλιάδων μαχητών και ακολούθων σε κάθε χώρα της Γης. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες…”
Μείναμε για λίγο στη σιωπή…
Από απέναντι ο Όλυμπος βρισκόταν στην πορτοκαλί φάση, ένας ποδηλάτης βρίζει τα σκυλιά που τον κυνηγούν προκαλώντας χαμόγελα στα αφεντικά των σκυλιών. Η ζωή έδειχνε να συνεχίζει την διπολική πορεία της στον χρόνο.
Ένιωθα πως η έπαρση με την οποία μιλούσε με ενοχλούσε αν και η ιστορία που μου αφηγήθηκε μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν εντυπωσιακή. Μέσα μου άρχισε να αναβοσβήνει η ίδια εντολή που αναβόσβηνε κάθε φορά που μιλούσα με κάποιο ναζίδιο.

Η εντολή που αναβοσβήνει δίνει διαφορετικές επιλογές, σαν τον λεβιέ ταχυτήτων σε ένα αυτοκίνητο. Πρώτη, τον κοιτάς κατάματα, σημαδεύεις. Δευτέρα, του ρίχνεις κουτουλιά. Τρίτη, τον πλακώνεις στις μπουνιές. Τετάρτη, τον κλωτσάς εκεί που έχει γραμμένο τον κόσμο σου και συνεχίζεις να τον κλωτσάς σαν να εκτελείς πέναλτι σε τερματοφύλακα που φοβάται τα πέναλτι και Πέμπτη, τον πατάς και τον λιώνεις σαν κατσαρίδα… Αν δεις τις κινήσεις συνεχόμενα θυμίζει χορογραφία. Μια χορογραφία που δυσκολεύομαι να ακολουθήσω γιατί ποτέ δεν πίστεψα στη βία. Η βία πάντα γεννά τέρατα μαζί με την
ιστορία, γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να είναι μόνο αμυντική. Παρότι πολλές φορές μπαίνω στον πειρασμό να αναθεωρήσω την άποψή μου, όταν βλέπω φουσκωτούς αντρακλάδες της Χ.Α. και των κοινωνικών συνιστωσών της, να κυνηγούν όλοι μαζί – γιατί όλοι μαζί μπορούνε – τον καθέναν, που δεν ταιριάζει στις προδιαγραφές που κουβαλάνε στο μυαλό τους και ορίζουν τον άνθρωπο, όπως τον βλέπουν στον καθρέφτη τους…
Αλλά παρέκλινα από την ιστορία, λόγω της σιωπής που είχε επικρατήσει. Εκμεταλλευόμενος την σιωπή, γύρισα και ρώτησα ειρωνικά τον Αδόλφο γιατί επιμένει ότι δεν νικήθηκαν ενώ κατέληξαν γιουσουφάκια των Αμερικάνων. Μου απάντησε με στόμφο πως κάνω λάθος, ναι ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης. Αυτό έγραψαν και οι νικητές στην ιστορία που τους δοξάζει. Και συνέχισε λέγοντας: «Θα σου πω μια αλήθεια, αυτός που με νίκησε ήταν ο τύπος με το μουστάκι και ο κόκκινος στρατός του.
Αυτοί ήταν που σκότωσαν τους έξι στους εφτά νεκρούς Γερμανούς στρατιώτες στο μέτωπο. Οι Αμερικάνοι και οι σύμμαχοι αγόρασαν τη νίκη εκ των υστέρων, μέσω του Χόλιγουντ, κάνοντας αυτό που έκανε για μένα ο Γκέμπλες με την Ρίφενσταλ, στον θρίαμβο της θέλησης. Οι Αμερικάνοι το κάνανε καλύτερα γιατί την ίδια ώρα δαιμονοποιούσαν τον πραγματικό νικητή, τον Στάλιν. Έτσι μόλις τέλειωσε ο πόλεμος ο κόσμος, χάρη στους Αμερικάνους απαλλάχθηκε από έναν δαίμονα, εμένα. Συνάμα απέκτησε έναν πιο αιμοσταγή δαίμονα, τον Στάλιν και το σιδηρούν παραπέτασμα, αλλά χάρη στους Αμερικάνους, για άλλη μια φορά η Γη δεν κινδυνεύει. Πάντα μου το λεγε ο Γκέμπλες, η εικόνα με τη δύναμή της μπορεί να εξαφανίσει την πραγματικότητα»…
Αμέσως συνέχισε λέγοντάς μου πως οι καλύτεροι σύμμαχοί του, ήταν οι άρχουσες τάξεις όλων των εχθρών του. Ήταν οι πρώτοι που συνεργάστηκαν όταν καταλάμβανε τη χώρα τους. Αυτοί που έπιναν νερό στο όνομά του ήταν η ελίτ των Αμερικάνων πλουσίων. Ήταν και αυτοί που τον κράτησαν ζωντανό μετά την απόδρασή του από το Βερολίνο, επιβάλλοντας την συνεργασία με την ΣΙΑ. Και δεν έχασαν αντίθετα η σχέση τους ήταν απόλυτα κερδοφόρα για τους ίδιους σε πολλά επίπεδα. Τώρα τα παιδιά του, έχουν ανέλθει σε θέσεις που ελέγχουν κάθε εξουσία ώστε να επιβάλλουν τις πολιτικές που απαιτούνται. Σαν παράδειγμα μου ανέφερε την εργατική πολιτική του όταν κυβέρνησε. Κατάργησε τα συνδικάτα, υποχρέωσε τους εργαζομένους να ενταχθούν σε έναν φορέα απόλυτα ελεγχόμενο από το κόμμα. Βελτίωσε αρχικά τις εργασιακές συνθήκες, προσφέροντας κοινωνική ασφάλιση στους εργαζόμενους και την ίδια στιγμή απαγόρεψε το δικαίωμα στην απεργία και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Την ίδια στιγμή προωθούσε την ιδέα της κοινότητας του λαού. Όλα αυτά προϋπέθεταν έναν “υγιή διαχωρισμό” των ανθρώπων, που για τον ίδιο ήταν επιβεβλημένος ώστε να φτάνει το χρήμα για να μπορεί το κράτος να προφυλάσσει τον λαό του, εννοώντας την φυλή.
Θέλοντας να υπογραμμίσει τα λόγια του σταμάτησε να μιλάει. Ο Όλυμπος είχε περάσει στην μοβ φάση του δηλώνοντας με τον τρόπο του τον ερχομό της νύχτας. Ήμουν έτοιμος να ανάψω τον, δεν ξέρω γω ποιόν, μπάφο όταν πήρε το μάτι μου τον Μισέλ να έρχεται προς το παγκάκι. Ανάσανα ελπίζοντας να γίνει κάτι, τότε με άγγιξε. Τράβηξα το χέρι μου, ένιωσα σκατά, σαν το χέρι του να είχε μετατραπεί σε βδέλλα και ρουφούσε την ενέργεια από μέσα μου. Αυτός τραβήχτηκε και μου ζήτησε συγνώμη που εισέβαλε στον ιδιωτικό μου τόπο, δεν κατάλαβα τι εννοούσε και συνέχισε, κοιτώντας με στα μάτια, σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα.
“Άκουσες την εργατική πολιτική μου όσα χρόνια κυβέρνησα, η ερώτηση μου είναι πολύ απλή και καίρια, σε τι διαφέρει από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα σε όλον τον κόσμο;.. Εγώ τουλάχιστον μεριμνούσα για όλους τους ανθρώπους του λαού μου, αυτοί σήμερα δεν ενδιαφέρονται για κανέναν πέρα από τον εαυτό τους… Αντέγραψαν ακόμα και την λογική της καταστροφής κάθε ζωής που είναι ανάξια να ζει, που έσωσε τα νοσοκομεία μας και τα έδωσε την δυνατότητα να παρέχουν εξαιρετικές υπηρεσίες, κρύβοντας την πίσω από έναν γελοίο αλγόριθμο που υπολόγιζε το κόστος ανάλογα με την ωφέλεια. Κι εδώ ποιοι νομίζεις ότι πληρώνουν το τίμημα, αν όχι οι φτωχοί και οι αποκλεισμένοι από το σύστημα; Εγώ εισήγαγα το δόγμα της καταστροφής της ανάξιας ζωής για να βοηθήσω τους φτωχούς του καθαρού έθνους… Εεπ, τι έγινε;”…
Σταμάτησε να μιλάει, τον είχα πιάσει από το χέρι του και τον ταρακουνούσα. Εδώ να προσθέσω ότι όση ώρα τον άγγιζα με πλημμύρισε μια απόκοσμη αίσθηση σιχασιάς παντρεμένης με τον θάνατο. Την ίδια στιγμή ένιωσα το μυαλό μου να αδειάζει και να γεμίζει με σκοτάδι, σαν να ξεκινούσε μια διαδικασία μετάλλαξής μου σε κάτι… άλλο.
Για πρώτη φορά ένιωσα ένα πνιγηρό αίσθημα φόβου. Θα τον παρομοίαζα με τον αρχέγονο φόβο που νιώθεις όταν ξέρεις πως αγγίζεις τον θάνατο. Άντεξα τόσο, ώστε να τον διακόψω. Είχα εξοργιστεί, δεν μπορούσα ν’ ακούω το πιο φονικό εργαλείο, γιατί εργαλείο ήτανε, της άρχουσας τάξης των αφεντικών του κόσμου να κλαίγεται για το κοπιράιτ της δημιουργικής
καταστροφής της ζωής των ανθρώπων, μέσω της θανατοπολιτικής και της μετατροπής της στη γυμνή ζωή που περιγράφει ο Αγκάμπεν.
Για μια στιγμή ξαφνιάστηκε, ενοχλήθηκε όπως φάνηκε στο γεμάτο μίσος βλέμμα που μου έριξε. Προφανώς του Αδόλφου δεν του άρεσε να τον διακόπτουν όταν ρητορεύει. Όταν του φώναξα για πρώτη φορά βρέθηκε έξω από τα νερά του, επίσης κανείς ποτέ, δεν τόλμησε να του φωνάξει κατάμουτρα, ότι λέει μαλακίες. Του είπα επί λέξη: «Για να περνάν καλά οι φτωχοί υπάκουοι Άριοι Γερμανοί, πρώτα τους έκανες όλους ναρκομανείς, ποτίζοντάς τους μεταμφεταμίνες. Την ίδια ώρα δολοφονούσες γύρω στο ένα εκατομμύριο Γερμανούς που θεωρούσες “μη Άριους”. Ξεκίνησες με τους ανάπηρους και τους βαριά άρρωστους, συνέχισες με τους τρελούς και όταν τελείωσες μ’ αυτούς, συμπεριέλαβες τους ροζ Γερμανούς αν και “Άριους”… Όσο για τους διαφόρων ειδών αριστερούς-κομουνιστές και αναρχικούς αυτοί “αν και επίσης Άριοι, είχαν άρρωστες ιδέες”. Όταν ξεμπέρδεψες με όλους αυτούς, τότε αποφάσισες πως ήρθε η ώρα των απανταχού Εβραίων αλλά και των λιγότερων τσιγγάνων. Κατόπιν κατέλαβες και λεηλάτησες όλη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα μόνο, ρε σκατομαλάκα, οι νεκροί έφτασαν τις επτακόσιες πενήντα χιλιάδες και το ένα τρίτο πέθανε από την πείνα. Κάθε μέρα έβγαινε το κάρο και μάζευε σκελετωμένα πτώματα κι εσύ μου κλαίγεσαι για την δική σου ψυχοπονιάρικη θανατοπολιτική… Και το χειρότερο ήταν πως στο τέλος αντί να μείνεις και να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες εσύ προτίμησες να το σκάσεις μαζί με τα άλλα ποντίκια από το καράβι που βυθιζόταν, αφήνοντας δωδεκάχρονα και γέροντες να πολεμάνε ώστε να διευκολύνουν τη φυγή σου»…
Πριν τελειώσω, άρχισε με ένοχο ύφος να μου λέει πως έχω εν μέρει δίκιο. Όντως το έσκασε από το Βερολίνο την τελευταία στιγμή μαζί με τους πιστότερους συνεργάτες του. Για τους Γερμανούς δεν ένιωθε καμία ενοχή, απέδειξαν πως ήταν ένας ασήμαντος λαός που θα του άξιζε να καταστραφεί, αν όχι να αφανιστεί. Αυτό είναι το τίμημα για τους ασήμαντους. Ο αφανισμός και η απόλυτη συντριβή.
Το πρώτο διάστημα έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Είχε απογοητευτεί από τους Γερμανούς, πίστευε πως τον είχαν προδώσει. Πέρασε πέντε χρόνια κλεισμένος σε μια χασιέντα στο El Hoyo. Χαμογέλασε σαν να σκεφτόταν κάτι, τότε γύρισε και μου είπε πως το όνομα της περιοχής ταίριαζε με την κατάστασή του, El Hoyo σημαίνει η τρύπα. Από την κατάθλιψη τον έσωσε ο Φρανσίσκο Ραμ, ένας Άδωνις, γεννημένος από Γερμανό πατέρα και Ιταλίδα μητέρα. Αναστέναξε και του ξέφυγε κάτι σαν τρεμουλιαστός λυγμός, σαν να πενθούσε για κάποιον. Αμέσως μετά συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτα με φωνή φορτισμένη από συγκίνηση. “Ήταν εικοσιτριών ετών, ψηλός μελαχρινός με σταρένια επιδερμίδα και αμυγδαλωτά
πράσινα μάτια. Σπούδαζε στην ιατρική και ήθελε να γίνει ψυχίατρος.” Δεν έγινε, αντιθέτως έγινε ο γραμματέας του. Η μοναδική ψυχή που τον απασχόλησε ποτέ, ήταν η δική του. Αυτός τον βοήθησε να ξαναδεί τον κόσμο με άλλα μάτια και να ανακτήσει την ηρεμία που απαιτείται ώστε να αναγνωρίσει τα λάθη του.
Το πρώτο λάθος αφορούσε τον πόλεμο και ήταν το δεύτερο μέτωπο με τους Σοβιετικούς. Δεν έπρεπε να το ανοίξει πριν ξεμπερδέψει με τους Άγγλους. Υπερτίμησε τους Άγγλους πιστεύοντας βλακωδώς πως μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί τους. Εξαρχής δεν ήθελε να τους καταστρέψει, ήθελε να συνεννοηθούν και να ξαναμοιράσουν τον κόσμο. Αυτός θα κρατούσε την Ευρώπη κι αυτοί, τον υπόλοιπο κόσμο… Ακόμα κι όταν απέτυχε ο Ες να αποκαταστήσει την επικοινωνία μεταξύ τους αυτός πίστευε πως ήταν δυνατόν να τα βρουν. Έτσι έχασε πολύτιμο χρόνο, από τον χρόνο που δεν είχε. Έπρεπε πρώτα να διαλύσει την Βρετανική αυτοκρατορία και κατόπιν να ασχοληθεί με τους Σοβιετικούς. Αυτούς, από την άλλη τους υποτίμησε, πράγμα φυσιολογικό γιατί τους έβλεπε σαν υπάνθρωπους. Ο Φρανσίσκο του άνοιξε τα μάτια όταν του απέδειξε την ανωτερότητα των Σοβιετικών στρατηγών στον σχεδιασμό μακροχρόνιων επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. “Η διαφορά ήταν στον τρόπο προσέγγισης του πολέμου. Οι στρατηγοί του, ήταν μαθημένοι να αντιλαμβάνονται τον πόλεμο σαν μια σειρά από μάχες ανάμεσα σε δυο στρατούς που πρέπει να κερδηθούν, μέχρι να φτάσουν στην τελική μάχη που θα καθορίσει το αποτέλεσμα. Αντίθετα οι στρατηγοί του Στάλιν έβλεπαν τον πόλεμο πιο ολιστικά. Ασφάλισαν τα εργοστάσιά τους στην Σιβηρία, από την στιγμή που μοιραστήκαμε την Πολωνία. Αναθεώρησαν την πολεμική παραγωγή παράγοντας σε μεγάλες ποσότητες, το καλύτερο μεσαίο τεθωρακισμένο της εποχής, το Τ-34. Πιο μικρό από τα Πάντσερ και τα Τάιγκερ, με πιο φαρδιές ερπύστριες που το έκαναν ευέλικτο στην κίνησή του στο χιόνι και στην λάσπη και πολύ ισχυρή θωράκιση που το έκανε άτρωτο στη μάχη. Συνάμα ο Στάλιν, μένοντας στην Μόσχα, σφυρηλάτησε μια άρρηκτη συμμαχία στρατιωτών με τον λαό κηρύσσοντας τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Σ’ αυτό βοήθησε και η άκαμπτη στάση των στρατηγών μου απέναντι στους κατακτημένους λαούς, τους οποίους θεωρούσαμε υπανθρώπους, ικανούς μόνο για δούλους. Αντίθετα ο Στάλιν μόλις τους απέδειξε με την στάση του ότι κινδυνεύουν να χάσουν πολύ περισσότερα από την ελευθερία τους και εννοούσε την ψυχή τους, δημιούργησε έναν υγιή λαό που αμυνόταν με κάθε μέσον. Δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν νικώντας ή να πεθάνουν ηττημένοι. Όσο αυξανόταν η αντίσταση του λαού, ακόμα και αυτού που μας έβλεπε στην αρχή σαν απελευθερωτές, άρχισε να παρατηρείται μια ανάλογη αύξηση του φόβου ανάμεσα στους στρατηγούς του. Όσο αυξανόταν ο φόβος ανάλογα αυξανόταν και η ωμότητα της αντίδρασης απέναντι σε ότι θεωρείτο σαμποτάζ. Αυτό φόρτιζε την φωτιά της αντίστασης αλλά και την ωμότητα της τιμωρίας που επεφύλαξαν για την Γερμανία στο τέλος.”
Αν αναρωτιέμαι για τον φόβο που μου προανέφερε, είναι ένα περίεργο είδος φόβου. Ο μόνος που τον περιέγραψε πολύ εξαιρετικά, ήταν ένας τύπος που δεν χώνεψε ποτέ. Ένας Ιταλογερμανός δημοσιογράφος-συγγραφέας ο Μαλαπάρτε στο βιβλίο του Καπούτ, όπου περιγράφει τις περιπέτειές του σαν πολεμικός ανταποκριτής, όταν ακολούθησε την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα και ήταν αυτός που προέβλεψε την ήττα τους στον συγκεκριμένο πόλεμο. Είχε διατάξει τότε να εκτελεστεί σαν προδότης αλλά ο Μπενίτο [5] τον συμπαθούσε και απλά τον εξόρισε. “Πάντα όταν τον ρωτούσε γιατί, μου απαντούσε πως ο Μαλαπάρτε ήταν ο μόνος που μπορούσε να περιγράψει την μαύρη ψυχή μας με ευφυέστατα λογοπαίγνια. Κάποτε ο αθεόφοβος είχε πει ότι ήμουν γυναίκα…” Μόλις το είπε αυτό χαμογέλασε αδιόρατα, πονηρά κατά τη γνώμη μου. Αμέσως μετά συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτα, για λίγο μπερδεύτηκα γιατί δεν κατάλαβα τι εννοούσε όταν ξανάρχισε να μιλάει.
Όταν τον ρώτησαν αν ήταν αλήθεια πως οι Γερμανοί ήταν τόσο τρομερά βάναυσοι. Τότε απάντησε “ναι και η βαναυσότητά τους οφείλεται στον φόβο [6] . Είναι άρρωστοι από φόβο. Είναι ένας άρρωστος λαός ένας Krankenvolk. Φοβούνται τους πάντες και τα πάντα. Σκοτώνουν και καταστρέφουν από φόβο. Κι όχι επειδή φοβούνται τον θάνατο. Κανένας Γερμανός, άντρας ή γυναίκα, γέρος ή παιδί, δεν φοβάται τον θάνατο. Ούτε φοβούνται να υποφέρουν. Κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αγαπούν τον πόνο. Φοβούνται όμως, οτιδήποτε ζει, οτιδήποτε ζει πέρα από αυτούς – και φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς. Η ασθένεια από την οποία υποφέρουν είναι μυστηριώδης. Φοβούνται πρωτίστως τις αδύναμες υπάρξεις, τους άμαχους, τους άρρωστους, τις γυναίκες, τα παιδιά. Φοβούνται τους γέρους. Ο φόβος τους πάντα μου προκαλούσε βαθύ οίκτο. Αν η Ευρώπη ένιωθε οίκτο για αυτούς, ίσως τότε οι Γερμανοί να γιατρεύονταν από την φοβερή ασθένειά τους. Κι όταν επέμειναν να τους πει, αν είναι άγριοι και σφάζουν κόσμο δίχως οίκτο. Απάντησε, ναι, είναι αλήθεια, σκοτώνουν άοπλους, κρεμάνε τους Εβραίους από τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, τους καίνε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους σαν τα ποντίκια, τουφεκίζουν τους αγρότες και τους εργάτες στις αυλές των κολχόζ
και των εργοστασίων. Τους έχω δει να γελούν, να τρώνε, να κοιμούνται στη σκιά των πτωμάτων που κρέμονται από τα κλαδιά των δέντρων.”
Όταν του το διάβασε ο Φρανσίσκο έγινε ένα κλικ στο μυαλό του. Ήταν σίγουρος ότι η τιμωρία που επιφύλαξε στον γερμανικό λαό ήταν πέρα για πέρα δίκαιη αλλά και ωφέλιμη για τον εμπλουτισμό της φυλής με νέα στοιχεία. Χαμογελώντας πονηρά, μου ανέφερε πως “κοντά στα δυο εκατομμύρια Γερμανίδες βιάστηκαν από τους Ρώσους, ένα μπόλιασμα που δυνάμωσε το δέντρο της γερμανικής φυλής. Κι αυτό ήδη απέδωσε καρπούς, αυτά τα παιδιά κατέλαβαν οικονομικά την Ευρώπη.”
Είχε σταματήσει να μιλάει και με κρυφοκοιτούσε να δει τι εντύπωση μου έκαναν τα λεγόμενά του. Το ερωτηματικό βλέμμα του, όσο και να προσπαθούσε να το κρύψει, φανέρωνε υπολογισμό με υψηλή δόση μοχθηρίας. Αυτός ο καινούργιος Αδόλφος με τρομοκρατούσε περισσότερο από τον παλιό παραληρηματικό πρεζάκια-ψυχασθενή. Πίσω από το μειλίχιο ύφος και τις λογοτεχνικές αναφορές κρυβόταν μια από τις χειρότερες εκδοχές του κακού. Ενός κακού που γνωρίζει τις δυνατότητές του, ώστε να κρύβεται μέσα στα πέπλα της πραγματικότητας, η οποία ποτέ δεν είναι αυτή που βλέπουμε.
Την ίδια ώρα παρατηρούσα τον Μισέλ να τρέχει προς το παγκάκι αλλά ποτέ να μην κατορθώνει να φτάσει, σαν να τρέχει σε μια κυλιόμενη ράμπα. Το πρόσωπό του έμοιαζε σαν μάσκα που συνδύαζε απερίγραπτη οργή με αγωνία, σε ισόποσες δόσεις. Όσο και να με τρομοκρατούσε αποφάσισα να μείνω και να ακούσω την ιστορία του. Ήθελα να δω τι θέλει να λαλήσει ο ποιητής. Γύρισα και τον κοίταξα με τον ίδιο τρόπο που με κοιτούσε κι αυτός. Ερωτηματικά…
Έδειξε σαν να το ευχαριστήθηκε που κέρδισε την προσοχή μου.
Αμέσως μετά ξεκίνησε λέγοντας: «Ο Φρανσίσκο όταν μου διάβασε το επεισόδιο που περιγράφει ο Μαλαπάρτε, μου ζήτησε να κλείσω τα μάτια μου και να παίξουμε ένα παιχνίδι. Σε αυτό, θα μου ξαναδιάβαζε τον διάλογο του Μαλαπάρτε με τον κύριο Άξελ Μούντε κι εγώ όταν άκουγα λέξεις που είχαν σχέση με την Γερμανία, θα άλλαζα τη χώρα και θα έβαζα οποιαδήποτε υπερδύναμη περνούσε από το μυαλό μου, όπως Μεγάλη Βρετανία ή Αμερική, ακόμα και Αρχαία Αθήνα αν θέλεις να θυμηθούμε την σφαγή των Μηλίων, όταν αρνήθηκαν να παραβούν την ουδετερότητά τους. Κάθε υπερδύναμη όταν κατακτά τον ζωτικό της χώρο το κατορθώνει ακριβώς γιατί δεν φοβάται τον θάνατο, αυτό είναι που την καθιστά ανώτερη απέναντι σε κάθε αντίπαλο. Ένα πράγμα φοβάται, το αδιέξοδο. Τότε δείχνει την πραγματική ηθική της. Μέχρι τότε βλέπουμε την ηθικολογία της να αναπαράγει κανόνες τους οποίους καταπατά. Οι Αμερικάνοι ήταν οι καλύτεροι σε αυτό το παιχνίδι. Όταν συνειδητοποίησαν πως η απόβαση στην Ιαπωνία θα επέφερε τεράστιες απώλειες Αμερικάνων στρατιωτών και θα κινδύνευε να μετατραπεί σε αδιέξοδο, προτίμησαν να ρίξουν δυο ατομικές βόμβες, στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι και να σκοτώσουν περίπου διακόσιες χιλιάδες ανθρώπους από την πρώτη στιγμή, χώρια οι μακροχρόνιες επιπτώσεις. Κανείς δεν ασχολήθηκε με τα θύματα γιατί ήταν οι χαμένοι σε έναν κόσμο που την ιστορία την γράφει ο νικητής. Από την άλλη ήθελαν να δείξουν ότι αυτοί θα ήταν οι πραγματικοί νικητές, των επόμενων πολέμων. Στη γεωπολιτική δεν υπάρχει δίκαιο και άδικο, υπάρχει μόνο η ισχύς»…
Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, συνέχισε να μου περιγράφει με συγκινησιακά φορτισμένη φωνή πως ο Φρανσίσκο του έδειξε το δεύτερό του λάθος. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο, επηρεάζοντας την υστεροφημία του με καταστροφικά α αποτελέσματα. Η εξόντωση των Εβραίων και των άλλων λαών. Χρησιμοποιώντας την υπνοθεραπεία, για την απεξάρτησή του από τις μεταμφεταμίνες με τις οποίες τρεφόταν τα τελευταία χρόνια στο Βερολίνο, μπόρεσε να εισχωρήσει στις απωθημένες μνήμες που φωλιάζουν στο ασυνείδητο και είναι υπεύθυνες για πολλές αποφάσεις του. Εκεί βρήκε και τον λόγο που μισούσε τους Εβραίους. Ξεκίνησε σαν μνησικακία, όταν απορρίφθηκε σαν ζωγράφος από την Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης. Η επιτροπή που τον έκρινε ήταν όλοι, σχεδόν, Εβραίοι. Ένας μάλιστα, του πρότεινε να σπουδάσει στη Αρχιτεκτονική της Ακαδημίας, γιατί διέκρινε κάποιο ταλέντο στην σχεδίαση κτιρίων. Ο ίδιος μάλιστα έβγαλε και την θανατική καταδίκη του, γιατί σε θάνατο τον καταδίκαζαν ακυρώνοντας το μοναδικό πράγμα που έδινε νόημα στη ζωή του.” Κύριε
Χίτλερ, δεν έχετε κανένα ταλέντο στην ζωγραφική, δεν μπορείτε να γίνετε ούτε καν μέτριος ζωγράφος. Οι πίνακές σας είναι ψυχροί και δεν εκπέμπουν κανένα συναίσθημα. Δεν θα μάθετε να ζωγραφίζετε ποτέ τις ανθρώπινες μορφές γιατί οι άνθρωποι, σας είναι αδιάφοροι.” Αμέσως μετά του χρύσωσε το χάπι προτείνοντας του να γίνει αρχιτέκτονας. Συμφώνησαν σε αυτό και οι υπόλοιποι τρεις Εβραίοι επικυρώνοντας όλοι μαζί την καταδίκη του. Τέσσερις Εβραίοι καθόρισαν την μοίρα του, απαγορεύοντάς του να σπουδάσει αυτό που ποθούσε. Αυτός όμως δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε να ζωγραφίζει και να δίνει τα έργα του σ’ έναν μοναδικό πελάτη, έναν άλλον Εβραίο έμπορο εν ονόματι Μόργκαστερν, για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτός τα μοσχοπουλούσε σε διάφορες εβραϊκές οικογένειες θησαυρίζοντας από τον ιδρώτα του. Αυτό κράτησε τρία χρόνια, μετά ξεκίνησε ο πόλεμος που τα άλλαξε όλα. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και ο ίδιος άρχισε να χαράζει τον δρόμο του, το πρώτο πράγμα που έκανε σχεδίασε όλα τα σύμβολα που χρησιμοποίησε το ναζιστικό καθεστώς. Τότε θυμήθηκε εκείνον τον Εβραίο καθηγητή που τον απέρριψε από την σχολή και σκέφτηκε πως το “σκουπίδι”, έτσι αποκαλούσε πλέον τους Εβραίους, είχε δίκιο. Ο αγκυλωτός σταυρός, τα λάβαρα και οι στολές των SS, από την πρώτη στιγμή προκαλούσαν δέος στους υποστηρικτές του κόμματος και τρόμο στους αντιπάλους.
Συνεχίζοντας την θεραπεία του, θυμήθηκε πως στην αρχή οι ισχυρότεροι χρηματοδότες του ήταν Εβραίοι μεγαλοτραπεζίτες και χρηματιστές από την Wall Street και από την Γερμανία. Αν δεν υπήρχε ο Μαξ Γουορμπουργκ [7] να του δώσει τριανταεπτά εκατομμύρια δολάρια, δεν θα είχε υπάρξει ναζιστικό κόμμα στην Γερμανία. Μιλάμε για πάρα πολλά χρήματα, σε σημερινά χρήματα φτάνουν, τα επτακόσια δεκαέξι δις. Με αυτά έκτισε μαζί με τον Ερνστ Ρεμ, τον πρώτο του στρατό, τα τάγματα εφόδου. Με αυτά εξαγόρασε την υποστήριξη του Tύπου. Θυμήθηκε τον θαυμασμό που έτρεφε ο Μουσουλίνι για τους σιωνιστές. Πάντα του έλεγε πως είναι οι πιο αξιόπιστοι σύμμαχοι. Ήθελε να τους βοηθήσει να κάνουν κράτος που θα αποτελούσε το καρφί στα πλευρά των Άγγλων ιμπεριαλιστών. Μόνο που αυτός δεν άκουγε κανέναν. Ήθελε να εκδικηθεί γιατί κάποτε του είχαν κόψει τον δρόμο του. Πάντα ήταν εκδικητικός τύπος. Οι αδύναμοι μόνο ξέρουν να συγχωρούν. Οι δυνατοί δεν έχουν ανάγκη την συμπόνια κανενός.
Με το πέρασμα του χρόνου ο Φρανσίσκο έφτασε να του πει κάτι συνταρακτικό. “Ήταν Αύγουστος, τρώγαμε πρωινό έξω στην βεράντα. Έβλεπα από μέρες πως τον έτρωγε κάτι. Όταν τον ρώτησα τι είναι αυτό που τον προβληματίζει, μου απάντησε πως ανακάλυψε κάτι μέσα από την διεθνή βιβλιογραφία. Ήταν κάτι που ανέκαθεν υποπτευόταν, αλλά δεν τολμούσε, λόγω της γνωστής θέσης του κόμματος για τους Εβραίους, να το αναφέρει. Φοβόταν μην θεωρηθεί αιρετικός. Αλλά τον τελευταίο καιρό, βλέποντας ότι ανταποκρινόμουν θετικά στη θεραπεία, αποφάσισε να μου μιλήσει για τις ανακαλύψεις του σε σχέση με τους Εβραίους. Τότε ήταν που μου περιέγραψε την εξωφρενική ανακάλυψή του… λέγοντας πως οι Εβραίοι, δεν ήταν ποτέ φυλή. Ήταν απλά η πιο παλιά μονοθεϊστική θρησκεία που διαδόθηκε από εμπόρους που γυρνούσαν τον κόσμο πουλώντας την πραμάτεια τους. Αυτό φαινόταν από το ότι δεν υπήρχε κοινή γλώσσα, το μόνο κοινό που υπήρχε, ήταν οι προσευχές και η ενδογαμία μέσα στα όρια της θρησκείας. Ο Εβραίος, ήταν πολίτης της χώρας που γεννήθηκε με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν αν ήταν χριστιανός ή μουσουλμάνος ή ότι να ‘ναι. Συνάμα, λόγω της θρησκείας του, ήταν και περιπλανώμενος πολίτης του κόσμου. Μιλούσε τουλάχιστον δυο γλώσσες, μια ήταν η γλώσσα της πατρίδας που γεννήθηκε και η άλλη, ήταν η γλώσσα των προγόνων του η οποία όμως δεν ήταν Εβραϊκή αλλά διάλεκτος από την χώρα που εκκινούσε. Με λίγα λόγια οι Γερμανοεβραίοι ήταν εξίσου Άριοι με τον υπόλοιπους Γερμανούς. Η εξόντωσή τους ήταν μεγάλο λάθος, ως προς το ζήτημα της υστεροφημίας εξέφραζε το απόλυτο κακό, ταυτίζοντάς το με τον Γερμανικό λαό. Όπως έγραψε κάποιος Γερμανός [8] , «Το να γράψεις έστω κι ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρο». Αλλά… Πάντα υπάρχει ένα αλλά, δημιούργησε και κάτι μοναδικό. Έδωσε κοινή ταυτότητα σε όλους τους Εβραίους της Γης. Τώρα πλέον είναι έθνος. Και είναι το πιο völkisch έθνος που έχει ιδρυθεί ποτέ στη Γη”…
Πρέπει να τον κοιτούσα περίεργα γιατί δεν καταλάβαινα τη σημασία της λέξης που χρησιμοποίησε. Volk, από τα αμυδρά γερμανικά που γνωρίζω σημαίνει λαός. Η λέξη ήταν επίθετο που προερχόταν από τον λαό και μάλλον θα σήμαινε λαϊκό. Με λίγα λόγια μου έλεγε πως το Ισραήλ είναι ένα λαϊκό κράτος. Πάνω που ήμουν έτοιμος να του απαντήσω κάτι του στυλ, “ναι από εδώ έχουμε την Λαϊκή Δημοκρατία του Ισραήλ”, γύρισε και με ύφος δάσκαλου, μου εξήγησε την σημασία της λέξης που απείχε παρασάγγας από αυτό που εγώ φανταζόμουν. Η λέξη, αν και επίθετο, δεν μεταφράζεται σαν λαϊκό. Η σημασία της αλλάζει και παίρνει μια[ πιο εθνικιστική απόχρωση. Έτσι η λέξη völkisch [9] όταν χρησιμοποιείται, δηλώνει πίστη σε ιδεολογίες για συγγένεια αίματος ή θρησκείας ή έστω πολιτισμού που αποτελεί τον συνεκτικό ιστό μιας ομοιογενούς κοινωνίας στα όρια ενός εθνικού κράτους. Δεν είχε να κάνει ποτέ με τον λαό, αλλά με το έθνος. Οι Γερμανοί όταν θέλουν να πουν ότι κάτι είναι λαϊκό, τότε κολλάνε τις λέξεις δημιουργώντας λέξεις σιδηρόδρομους, παραδείγματος χάριν οι ναζί δεν ήταν ποτέ Volksbewegung – λαϊκό κίνημα – ήταν völkisch Bewegung που σημαίνει, εθνικιστικό κίνημα. “Το Ισραήλ είναι το πιο völkisch κράτος γιατί συγκεντρώνει όλες τις γραμμές αίματος των Εβραίων που ακολουθούν τον δικό τους μοναδικό θεό, ο οποίος τους έδωσε τα απόλυτα δικαιώματα χρήσης της γης που θέλουν να κατοικήσουν. Μιλούν πλέον όλοι την ίδια γλώσσα και έχουν όλοι την ίδια βιβλική ιστορία. Και είναι αποφασισμένοι ώστε σύντομα στα όρια του κράτους τους, δεν θα κατοικεί κανείς άλλος. Ο Φρανσίσκο μάλιστα είχε προβλέψει ότι η δεύτερη γενιά, μετά την γενιά του ολοκαυτώματος, θα ακολουθούσε τον δικό του δρόμο. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος, όταν επιλέγεις να καταλάβεις μια γη διώχνοντας τους προηγούμενους κατοίκους της. Διαρκής πόλεμος επέκτασης εναντίον όλων των γειτόνων. Αυτοί τουλάχιστον είχαν χρόνο ώστε να εκπαιδεύσουν το έθνος εναντίον των αυτόχθονων, αυτό τους επέτρεψε να εμφανίζουν μια ομοψυχία σε σχέση με την αντιμετώπιση τους.” Το ΛΙΚΟΥΝΤ που κυβερνά τα τελευταία χρόνια, το θεωρούσε αδελφό κόμμα εξ αρχής, όχι μόνον αυτός αλλά και διάφοροι Εβραίοι της γενιάς του Ολοκαυτώματος, σαν τον Αϊνστάιν. Διαδίδουν ότι ανήκουν στον «περιούσιο λαό», άρα έχουν το δικαίωμα να νιώθουν, ελέω Θεού, ανώτεροι από όλους τους άλλους, έτσι που είναι φυσικό να έχουν περισσότερα δικαιώματα, από τους άλλους, τους Άραβες δηλαδή. Ειδικά οι πολιτικοί της δεύτερης γενιάς, τα δικά του παιδιά, εκπαίδευσαν τον λαό να πιστεύει πως έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους Άραβες, οι οποίοι πλέον δεν θεωρούνται άνθρωποι αλλά ζώα. Σιγά σιγά θα καταλάβουν όλοι στην Παλαιστίνη, αυτό που γνώριζαν πάντοτε οι Γερμανοί, ότι η βία και η εξουσία, ακούν στο ίδιο όνομα…”
Είχα αρχίσει να μην τον ακούω. Η μνήμη είναι άλλο ένα περίεργο ζαράλι των ανθρώπων. Υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται ή πιστεύουν ότι θυμούνται κάθε λεπτό από την ζωή τους. Εγώ, δεν ανήκω σ΄ αυτούς. Δεν θυμάμαι τι έκανα στα πέντε μου κι αν αρχίσω να προσθέτω δεκαετίες, γνωρίζω ότι δεν θυμάμαι τι έκανα ακόμα και χθες. Ήταν μια ηθελημένη απόφαση μου, το να μην θυμάμαι. Είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι πολλές αν όχι όλες οι μνήμες μας, είναι κατασκευές ενός ανασφαλούς μυαλού. Αυτό είναι και η αιτία που ο κόσμος μας πάει κατά διαόλου, αλλά αυτό είναι μια άλλη,
μεγαλύτερη ιστορία, η ιστορία ενός αυτοκτονικού κόσμου…
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχω μνήμες γιατί αν και κατόρθωσα να σβήσω πολλές προσωπικές μνήμες, από αυτές που δημιουργούν το ανόητο εγώ μου, για κάποιο λόγο αρνήθηκα να σβήσω τις μνήμες του κόσμου, γιατί είναι αυτές που με κάνουν άνθρωπο. Έκλεισα για λίγο τα μάτια. Σκέφτηκα, πως το πέρασμα των παιδιών του Αδόλφου από την Γάζα, άφηνε σουρεαλιστικά ζοφερές εικόνες στο διάβα του, στο όνομα ενός τιμωρητικού θεού. Ο Θεός της Βίβλου όταν τιμωρεί, δεν αφήνει ούτε ρουθούνι…

Σκέφτηκα την Ζαϊνάμπ, που έκανε το λάθος να γεννηθεί ξένη στον τόπο της και άντεξε πέντε μήνες, γιατί δεν έβρισκε ούτε μια σταλιά βρεφικό γάλα να πιει… Απ’ αυτό που βρίσκεις σε κάθε γαμημένο σούπερ μάρκετ, σε κάθε γειτονιά, σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Όταν πέθανε ζύγιζε ΕΝΑ ΚΙΛΟ ΚΑΙ ΟΚΤΑΚΟΣΙΑ ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ… Τον Μαχμούντ, που τον φωτογράφησε η Σαμάρ Ελούφ, να ρωτάει την μάνα του: «Και πως θα σε αγκαλιάζω;»… Η φωτογραφία πήρε το πρώτο βραβείο του World Press Photo 2025, αλλά δεν απάντησε στην ερώτησή του. Αυτός, κατά κάποιον τρόπο ήταν τυχερός, θα ζούσε. Αυτόματα, το μυαλό μου αυτοσχεδίασε κάτι σαν σκέψη που έμοιαζε πιο πολύ με χαϊκού και την σιγοψιθύρισα: Παιδί σκελετωμένο, στην αγκαλιά της μάνας, περιμένει…
Εν τω μεταξύ αναγκάστηκα να στρέψω την προσοχή μου στον Αδόλφο. Αυτός με την σειρά του, εκείνη την στιγμή είχε ξαφνικά σωπάσει. Δεν παρακολουθούσα τι έλεγε, οπότε δεν καταλάβαινα γιατί είχε δακρύσει. Για λίγο δεν έγινε τίποτα, μετά πήρε βαθιά ανάσα και με σπασμένη φωνή μου ανακοίνωσε τον λόγο του ταξιδιού του. Είχα πάψει να εκπλήσσομαι αλλά οφείλω να πω πως έμεινα με ανοιχτό το στόμα, γενόμενος μυγοπαγίδα. Ο λόγος του ταξιδιού του, συνοδευόταν από μια εξίσου εξωφρενική ιστορία. Το ταξίδι του έγινε στην μνήμη του Φρανσίσκο που όλα αυτά τα χρόνια αποτελούσε τον φάρο που φώτιζε τη ζωή του. Ο Φρανσίσκο ήταν τα πάντα γι’ αυτόν. Ήταν φίλος του, ψυχαναλυτής του, γραμματέας του και δεξί του χέρι. Ήταν ο άντρας του. Τότε ήταν που μου ‘πέσε το σαγόνι. Αμέσως μετά τον ρώτησα ειρωνικά, με παπά και με κουμπάρο ή έκανε σύμφωνο συμβίωσης;.. Ήθελα να τον κάνω να συνεχίσει αυτόν τον σουρεαλιστικό μονόλογο. Ο άνθρωπος που δημιούργησε το ροζ αστέρι, ήταν ο πρώτος που έπρεπε να το φορά… Α ρε Θεέ, τι πίνεις και δεν μας δίνεις… Παρόλα αυτά δεν ήθελα να το αφήσω να περάσει έτσι και τον ρώτησα: «Γιατί δημιούργησες τη ροζ κόλαση. Το ροζ αστέρι, σου επιφύλασσε μια εφιαλτική πορεία προς την κόλαση. Τους Εβραίους, τους σκότωναν στη δουλειά ή απευθείας στα κρεματόρια. Τα ροζ αστέρια τα κρατούσαν ζωντανά, γιατί ήθελαν να παίζουν μαζί τους. Σκότωναν την ψυχή τους, παίζοντας με το σώμα τους. Από ένα σημείο και μετά, οι ίδιοι έφταναν να αποζητούν τον θάνατο. Γιατί αυτή η υποκρισία;»…
Η απάντηση του με εντυπωσίασε με τον κυνισμό που έζεχνε. Στην αρχή, άρχισε περίλυπος να μου λέει, ήταν η δυσκολότερη απόφαση της ζωής του. Όσο δυνάμωνε το κόμμα, οι απαιτήσεις των καιρών τον υποχρέωσαν να πάρει σημαντικές αποφάσεις για τον εαυτό του. Έπρεπε να αποκοπεί εντελώς από το παρελθόν του. Ήταν άλλο πράγμα να είσαι ζωγράφος που μπορεί να ερωτευτεί το μοντέλο του και άλλο, αρχηγός ενός μιλιταριστικού κόμματος που διακηρύττει την αρσενική υπεροχή. Έτσι αποφάσισε να μην αφήσει κανέναν ζωντανό. Σχεδόν όλοι δολοφονήθηκαν με το που ξεκίνησε ο διωγμός. Δεν μπορούσε να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο να τον εκβιάσουν εμφανίζοντας τους, κατά καιρούς διάφορους εραστές του. Η γερμανική κοινωνία και κάθε κοινωνία, ακόμα και σήμερα δεν αποδέχεται την ομοφυλοφιλία. Ο ίδιος για να κρατηθεί έπαιρνε ειδική φαρμακευτική αγωγή για να σκοτώσει την λίμπιντό του. Συνάμα φρόντισε να κτίσει μια ασεξουαλική ταυτότητα, συνοδευόμενος όμως πάντα από όμορφες γυναίκες, οι οποίες έπρεπε να δείχνουν, πρόθυμες. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και
τελείωσαν τα ψέματα, τελείωσαν και τα ναρκωτικά που κατανάλωνε για να καταπολεμήσει τους διάφορους “ψυχαναγκασμούς” του. Όταν τελείωσαν τα ναρκωτικά, ξανάρχισαν τα όνειρα. Τότε επέστρεψαν τα φαντάσματά του ζητώντας εκδίκηση. Για ένα διάστημα φοβόταν να κλείσει τα μάτια του. Κάθε φορά που τα έκλεινε, έβλεπε τον Ερνστ Ρεμ να τον κοιτά περιπαικτικά και να τον ρωτά: «γιατί μωρή;..», ο Ερνστ ήταν ο πρώτος του έρωτας. Γύρισε και μου έδωσε μια θολή φωτογραφία. Την πήρα στα χέρια μου και την κοίταξα σε πρώτο πλάνο φαινόταν ένα τρανς ζευγάρι, ήταν ντυμένο με πολύ απλά φορέματα, πολύ διαφορετικά από το υπόλοιπο χλιδάτο περιβάλλον.
Θέλησα να γελάσω αλλά μου έκοψε την διάθεση το ροζ μαντιλάκι που στόλιζε το φόρεμα του… Ερνστ. Από την στάση του σώματος φαινόταν πως αυτός που κάνει κουμάντο ήταν ο Ερνστ. Από πίσω στεκόταν ο Αδόλφος, ο οποίος έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση με το κεφάλι για να ακουμπήσει την πλάτη του Ερνστ. Αυτή φαινόταν να είναι και η μοναδική κίνηση να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Όταν εκτέλεσε τον Ερνστ ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής του. Ήταν η μέρα μηδέν για να αναγεννηθεί ως ηγέτης. Παρόλα αυτά, ακόμα βλέπει τον Ερνστ να το κοιτάζει λυπημένος και να τον ρωτά, άλλοτε περιπαικτικά και άλλοτε παιχνιδιάρικα, «γιατί μωρή;»…
Τα τελευταία σαράντα χρόνια ζούσε στην Μικρονησία. Ήταν χρόνια δημιουργικά, μαζί με τον Φρανσίσκο στήσανε από την αρχή όλο το παγκόσμιο δίκτυο των οργανώσεων. Παντρεύτηκαν πριν είκοσι χρόνια, σε μια σεμνή τελετή στην οποία συμμετείχαν δέκα άτομα, μαζί με τον ιερέα που τέλεσε το μυστήριο. Ο Φρανσίσκο ήταν καθολικός. Ζούσανε ευτυχισμένοι μέχρι πριν ένα χρόνο, τότε ήταν που συνέβη το μοιραίο… Έδειχνε πως δυσκολευόταν να συνεχίσει. Ο τρόπος που απέφευγε να συνεχίσει έδειχνε,αυτό που η γιαγιά μου έλεγε, πως είχε λερωμένη τη φωλιά του. Τότε δεν ξέρω πως μου ήρθε και τον ρώτησα ειρωνικά. “Γιατί μωρή;..”
Τον ένιωσα να τινάζεται σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, να ξεφυσάει και μετά σαν να το πήρε απόφαση, άρχισε να μιλάει με στόμφο. Ανακάλυψε πως ο Φρανσίσκο είχε στήσει μια φράξια μέσα στην οργάνωση. Την μέρα που του παρουσίασε τα στοιχεία αυτός δεν αρνήθηκε, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του, αντίθετα για πρώτη φορά του επιτέθηκε λεκτικά λέγοντάς του ότι είναι, πολύ γέρος για να συνεχίσει να ηγείται της οργάνωσης κι ότι πρέπει να κάνει στην άκρη. Η μετάβαση θα γινόταν διακριτικά, ο ίδιος ήλεγχε με τα στελέχη του όλη την οργάνωση. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ξεστόμισε στη ζωή του.
Του έσπασε το κεφάλι με ένα μπρούτζινο κηροπήγιο. Άρχισε να τον χτυπά απαντώντας του πως η οργάνωση είναι δική του, κανενός άλλου. Με κάθε χτύπημα αύξανε την ένταση της φωνής του λέγοντας μόνο, “δική μου”. Όταν τελείωσε και συνειδητοποίησε τι έκανε, ένιωσε να σκίζεται στα δύο. Συνήλθε γρήγορα, ένας αρχηγός πάντοτε πρέπει να είναι έτοιμος να πάρει αποφάσεις ζωής και θανάτου στην στιγμή. Και συνέχισε λέγοντας πως αυτές είναι οι απαιτήσεις της εξουσίας που είναι σιαμαία αδελφή της βίας. Από τότε γυρνάει ανά τον κόσμο και επισκέπτεται τα παιδιά του. Ένας ιδιόμορφος βασιλιάς Λιρ. Παντού βλέπει ραγδαία άνοδο…
Κάπου εκεί σταμάτησα να τον ακούω για δυο λόγους.
Ο πρώτος λόγος ήταν, πως για πρώτη φορά ήθελα να τον χτυπήσω… πολύ, πάρα πολύ. Μου θύμιζε το Γκόλεμ από τον άρχοντα των δακτυλιδιών που ψάχνει το δακτυλίδι, που το κάνει αόρατο για να μπορεί να σκοτώνει τα ανυποψίαστα θύματά του, φωνάζοντας κι αυτό με την σειρά του, δικό μου είναι. Είχα μπροστά μου τον ορισμό του δολοφόνου…
Γρήγορα όμως το ξεπέρασα, γιατί επικράτησε ο δεύτερος λόγος που με πανικόβαλε. Κατουριόμουν, ένιωθα την φούσκα μου να φουσκώνει σαν αερόστατο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις σιγά σιγά μαζί με την φούσκα, φουσκώνει και ο πανικός. Άρχισα να κοιτάω τριγύρω μου ψάχνοντας να βρω κάποια αθέατη, από το πλήθος, γωνιά για να κατουρήσω. Δεν υπήρχε τίποτα, πέρα από κάτι παρτέρια με λουλούδια και γκαζόν, που δεν φταίει για τίποτα. Πάνω που άρχισα να απελπίζομαι και να πανικοβάλλομαι κάνοντας όλες τις σπασμωδικές κινήσεις που κάνουν όλοι όσοι βρεθούν στη θέση μου, ένιωσα πως οι
άνθρωποι που περνούν δίπλα από το παγκάκι, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δεν μας βλέπουν. Όταν άρχισε να ανεβάζει την ένταση της φωνής του ο Αδόλφος, ρητορεύοντας για την επικείμενη παγκόσμια επικράτησή του, τότε σιγουρεύτηκα πως για κάποιον περίεργο λόγο, ήμασταν αόρατοι. Συνήθως αγχώνομαι κάθε φορά που συνειδητοποιώ την αορατότητά μου, αυτή την φορά απελευθερώθηκα. Αμέσως σκέφτηκα και εκτέλεσα αυτόματα, χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες. Σηκώθηκα όρθιος, ανέβηκα πάνω στο παγκάκι, κατέβασα το φερμουάρ έβγαλα τον π… αυσανία και τον κατούρησα, σκεπτόμενος πως αυτό ήταν πολύ καλύτερο από τον να τον δείρω και να τον μετατρέψω σε θύμα.
Τότε ήταν που συνέβη κάτι αδιανόητο.
Θα προσπαθήσω να το περιγράψω όσο πιο πιστά γίνεται έτσι ώστε να γίνει πιστευτό, το απίστευτο. Είχα υπολογίσει την τροχιά του πίδακα, για να το πω επιστημονικά, ώστε να τον βρει στο δόξα πατρί. Έκλεισα τα μάτια μου την ώρα που άνοιξε την κάνουλα ο προστάτης. Ήθελα να βιώσω την απόλυτη κατά μόνας ηδονή, που προσφέρει η απελευθέρωση της φουσκωμένης φούσκας. Αμέσως όμως τα άνοιξα έκπληκτος από αυτό που συνέβαινε. Στην αρχή άκουσα ένα, μα τι κάνεις τώρα, συνοδευόμενο από ένα ουρλιαχτό, την ίδια στιγμή άρχισε να ακούγεται ένας ήχος, που έμοιαζε με τον ήχο που ακούγεται όταν σε ένα σιδεράδικο σβήνουν το πυρωμένο ατσάλι, κάτι σε χσσσς. Την ίδια στιγμή ο Αδόλφος, άρχισε να διαλύεται στα εξ ων συνετέθη, αφήνοντας στη θέση του το απόλυτο κενό. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Ο κόσμος όσο γινόταν αυτό συνέχισε την βόλτα του σαν να μην συνέβη τίποτα. Πάνω που ήμουν έτοιμος να χαλαρώσω ένιωσα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήμουν μούσκεμα από την μέση και κάτω. Τότε άνοιξα τα μάτια μου βρίζοντας τον εαυτό μου. Είχα κατουρηθεί… Είχα χρόνια να το πάθω, θυμήθηκα την μάνα να μ’ απειλεί ότι θα μου κάψει το πουλάκι,
έτσι το αποκαλούσε, γιατί έβρεχα το κρεβάτι μου. Σηκώθηκα, άρχισα να μαζεύω τα λερωμένα σεντόνια και να καθαρίζω το στρώμα, βρίζοντας.
Γρήγορα όμως θυμήθηκα το όνειρο με τον Αδόλφο και ανατρίχιασα. Κοίταξα το ρολόι στον τοίχο, η ώρα ήταν έξι, σκέφτηκα πως αν κατέβαινα στο παγκάκι θα πετύχαινα τον Μισέλ, ήταν η ώρα του. Ήθελε να λιάζεται αλλά να μην καίει ο ήλιος. Ετοίμασα τους ανάλογους μπάφους φόρεσα τα ακουστικά μου, αυτή την φορά διάλεξα Anne Clark [10] και κίνησα για το παγκάκι, ακούγοντας το Joined up Writing. Βάδιζα με αργό ρυθμό αν και βιαζόμουν να συναντήσω τον Μισέλ και να του διηγηθώ το όνειρο. Όσο και να ήθελα να πάω πιο γρήγορα το σώμα μου αρνιόταν. Ήταν σαν τότε που πιτσιρικάς στο χωριό μου, έτρεχα σε ένα μονοπάτι μέσα στο δάσος και ξαφνικά, χωρίς συγκεκριμένο λόγο πάγωσα στην θέση μου. Όταν κοίταξα στο σημείο που θα πατούσα με κοιτούσε θυμωμένα μια οχιά. Τα μάτια μου δεν την είχαν δει, αλλά το σώμα μου την είχε νιώσει. Ένιωσα, αυτό που πολλοί αποκαλούν αρχέγονο φόβο ανάμικτο με ένα αίσθημα απόλυτης ανακούφισης για τον κίνδυνο που διέφυγα. Έτσι και τώρα, το σώμα μου αρνείται να πάει πιο γρήγορα γιατί φοβάται τι θα συναντήσει. Φοβόμουνα πως αυτή την φορά δεν υπάρχει φίδι, αλλά το προϊόν του αυγού του που το κλωσάμε όλοι μαζί, γιατί όλοι μαζί μπορούμε…
Ένιωσα να παραλογίζομαι, φοβόμουνα ένα όνειρο.
Θυμόμουνα κάτι που είχε πει ο Χατζιδάκης [11] , θα προσπαθήσω να το μεταφράσω σε σημερινούς όρους. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να είμαστε απάνθρωποι μπροστά στους πρόσφυγες, που όλοι τους αποκαλούμε λαθραίους εισβολείς, από άγνοια, αλλά και ανθρώπινα συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά που σκοτώνουν πεινασμένα παιδιά, όταν πάνε να πάρουν ψωμί για να φάει όλη η οικογένεια, πάλι από άγνοια αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια. Και το κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο Νεοναζισμός δεν έχει θεωρία, ούτε σκέφτεται. Είναι μια παράσταση στην οποία παίζουμε όλοι και πρωταγωνιστεί ο θάνατος. Ησύχασα μόλις είδα να κάθεται στο παγκάκι ο Μισέλ και να κοιτά προς το μέρος μου, αδημονώντας. Στα χέρια του κρατούσε μια μαγκούρα, έτσι ονομάτιζε η γιαγιά μου τα μπαστούνια. Μόλις με είδε, χαλάρωσε, ανάσανε με ανακούφιση και κατόπιν, μου χαμογέλασε. Παρά το χαμόγελο, το βλέμμα του εξέπεμπε μια ανήσυχη ηρεμία.
Μόλις έκατσα στο παγκάκι με ρώτησε, πως είμαι… Άρχισα αμέσως να του διηγούμαι το όνειρο. Με άκουσε με μεγάλη προσήλωση, εκτός από το τέλος, όταν έφτασα στο κατούρημα έσκασε στα γέλια σαν μικρό παιδί. Αμέσως μετά μου είπε:
«Ήταν το καλύτερο τέλος που μπορούσε να προκύψει από ένα παλαβό όνειρο. Από κάποια άποψη είσαι τυχερός γιατί αντίκρισες το τέρας, μίλησες μαζί του και στο τέλος το έστειλες στον αγύριστο, όταν το κατούρησες… Έχεις αντισώματα, αυτά σε προφυλάσσουν από το τέρας. Το τέρας δεν αναπτύσσει ιδεολογία απλά εκμεταλλεύεται την αντίδραση σου απέναντι στον απάνθρωπο κόσμο που ζούμε. Μ’ αυτόν τον τρόπο σε μαθαίνει να χωρίζεις τον κόσμο στα δυο. Στους δικούς σου και στους υπόλοιπους άλλους. Αυτός ήταν και ο λόγος που απέρριψα εξαρχής την εβραϊκότητά μου και επέλεξα να γίνω ένας άθεος πολίτης του κόσμου. Α… και κομουνιστής για να μην ξεχνιόμαστε, αυτό μ’ έσωσε αρχικά από το εβραιομάζεμα που επέφερε και το τέλος της κοινότητας από την Θεσσαλονίκη. Την Εβραϊκότητά την ξαναθυμήθηκα, όταν μ’ έπιασαν οι ταγματασφαλίτες σε ένα μπλόκο στην Καλαμαριά και βρήκαν πάνω μου ένα πιστόλι. Ήταν πιο ασφαλές για την οργάνωση να ξαναγίνω Εβραίος. Έφτασα στο Άουσβιτς τον Γενάρη του ΄44, ήμουν τυχερός γιατί μετά από λίγο τελείωσε. Όταν γύρισα στην Σαλονίκη έδωσα μάχη για να ξαναπάρω πίσω τα αυτονόητα, το σπίτι μου, τη δουλειά μου. Ήμουν ο μόνος που επέζησε από την οικογένειά μου. Σύντομα βρέθηκα να κατέχω μια αρκετά μεγάλη περιουσία μιας και κληρονόμησα όλη την οικογένεια. Αυτό μου έδωσε το δικαίωμα της επιλογής, αυτό είναι ένα δικαίωμα που το έχουν μόνο οι πλούσιοι. Επέλεξα όσα χρόνια κι αν χρειαστεί, να προσπαθήσω να καταλάβω, αν αυτό που μου συνέβη ήταν κάτι το μοναδικό ή ήταν αυτή η ανθρώπινη κατάσταση. Δεν θέλησα να μισήσω τους Γερμανούς, παρότι ήξερα ότι όλοι τους γνώριζαν και έκαναν ότι δεν είδαν… Ήθελα όμως να απαντήσω τι είναι αυτό που γεννά τέρατα. Με τα χρόνια έφτασα σ’ ένα συμπέρασμα που δεν μ’ άρεσε, αλλά αυτό είναι δεν αλλάζει. Είναι ο τρόπος που λειτουργεί και αναπτύσσεται ο δυτικός πολιτισμός, αυτός με τον
διαφωτισμό, ξέρεις… αυτός που έθεσε τα θεμέλια των σύγχρονων κοινωνιών… Σε βλέπω να με κοιτάς περίεργα, αλλά δυστυχώς η πικρή αλήθεια είναι ότι ο διαφωτισμός ήταν δημιούργημα λευκών ανδρών. Μιλά για δικαιώματα, αλλά αυτά είναι των λευκών ανδρών. Ποτέ δεν επιδίωξε την ελευθερία του λαού αλλά την απελευθέρωση των πλουσίων από τις προσταγές των βασιλιάδων. Αυτό βοήθησε να γεννηθεί ο καπιταλισμός, το οικονομικό σύστημα των λευκών ανδρών. Μη βλέπεις σήμερα τις διάφορες φυλές των καπιταλιστών, τίποτα δεν άλλαξε στον καπιταλισμό, συνεχίζει να είναι το οικονομικό σύστημα των λευκών ανδρών κι αυτό είναι το δομικό πρόβλημα του, που μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει και στην καταστροφή του.»…
Σταμάτησε για λίγο να μιλάει κι αγνάντεψε τον ήλιο να προσεγγίζει τον Όλυμπο. Σαν να σκεφτόταν κάτι. Για λίγο αφαιρέθηκε κοιτώντας ένα μπόμπιρα να τρέχει και να σκαρφαλώνει στην αγκαλιά της μάνας του κοιτώντας φοβισμένα έναν σκυλάκο που τον ακολουθούσε θέλοντας να τον μυρίσει. Αμέσως μετά συνέχισε σαν να μην είχε διακόψει. “Οι δύο μέγιστες αρετές για έναν καπιταλιστή είναι η απληστία και ο ρατσισμός. Δεν υπάρχει ολιγαρκής καπιταλιστής, είναι κάτι ανάλογο με το χορτάτος προλετάριος. Σκέψου ή καλύτερα φαντάσου τον εαυτό σου σαν καπιταλιστή. Κάθε χρόνο πολλαπλασιάζεις την περιουσία σου. Συνήθως είσαι ο γιος του πατέρα σου. Μεγαλώνεις σαν πρίγκηπας, οι άλλοι για σένα είναι ταγμένοι να σε υπηρετούν. Μεγαλώνεις πεπεισμένος για την ανωτερότητά σου. Φοιτάς στα καλύτερα κλειστά ιδιωτικά σχολεία. Με τους φίλους ή τις φίλες σου μιλάς την ίδια γλώσσα, γιατί στην πλειοψηφία τους είναι εκκολαπτόμενοι πρίγκιπες ή πριγκίπισσες. Όλοι ανήκετε σε μια ανώτερη γενιά, ο Αδόλφος σ’ αυτό το κομμάτι έχει δίκιο. Ο ρατσισμός, όσο ακραίος κι αν ήτανε, δεν ήταν χούι μόνο των Γερμανών. Ήταν προσόν και δικαίωμα της κάθε άρχουσας τάξης. Αυτό συνετέλεσε ώστε να γίνει τρόπος ζωής σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Αυτές είναι που δημιουργούν τις φυλές και κατ’ επέκταση τα έθνη-κράτη. Αυτές δημιουργούν την γλώσσα… την μιλάνε, γράφουν ιστορίες και ποιήματα που υμνούν το σθένος της φυλής. Θρηνούν τους νεκρούς της φυλής που με τα χρόνια γίνεται έθνος. Και τότε σαν από θαύμα, η άρχουσα τάξη του έθνους αποκτά το μαντρότοιχό της, συνοδευόμενο από τα κορόιδα που δηλώνουν έτοιμα να πεθάνουν και να γίνουν οι αυριανοί ήρωες του έθνους… Ήρωας, έθνος, φυλή… πάντα με τρόμαζαν αυτές οι λέξεις, αιώνια βουτηγμένες στο αίμα των άλλων. Με τρομάζει το παραμύθι της υπεροχής που γεννάνε. Με τρομάζει αυτή η ματωμένη διαδρομή στο πουθενά. Με τρομάζει, γιατί αντί για συνεννόηση, δεν συνεννοείσαι με τον κατώτερο τον διατάζεις, θα φέρει πόλεμο. Μόνο που αυτή την φορά ο πόλεμος θα είναι το τέλος των πάντων… Αυτός ήταν και ο λόγος εξαρχής που αρνήθηκα την Εβραϊκότητά μου. Σ’ αυτό ο Αδόλφος είχε δίκιο. Το Ισραήλ είναι το μοναδικό φυλετικό κράτος στον κόσμο. Αυτό είναι οξύμωρο, το μόνο κοινό που κουβαλούν οι Εβραίοι κάτοικοί του, είναι η θρησκεία. Από την αρχή αποτελούσε μια ύβρη. Μετάτρεψε τους αθώους σε λύκους. Κι όσο χοντραίνει το παιχνίδι οι λύκοι θα γίνονται λυκάνθρωποι. Μόνο έτσι μπορώ να ορίσω κάποιον, που παραμονεύει και πυροβολεί ένα παιδί που πάει να πάρει ένα μπουκάλι νερό και λίγο ψωμί, να το πάει στην οικογένεια του… ή πατάει ένα κουμπί και στέλνει έναν πύραυλο που κατεδαφίζει μια πολυκατοικία, σκοτώνοντας εκατό ανθρώπους, γιατί είχαν την ατυχία να έχουν γείτονα ένα μεσαίο στέλεχος της ΧΑΜΑΣ Το χειρότερο όμως είναι, πως την ώρα που πυροβολεί δεν νιώθει κανενός είδους ενοχή, αντίθετα νιώθει καλά, μπορεί να κάνει και πλάκα. Έχει διδαχθεί ότι δεν είναι άνθρωποι αλλά υπάνθρωποι… Κατώτεροι… Μια ενόχληση, κάτι σαν τον πονοκέφαλο που εξαφανίζεται μόλις ρίξεις έναν πύραυλο. Αυτό είναι η ύβρις που τυφλώνει το μυαλό και οδηγεί νομοτελειακά στην νέμεση και την καταστροφή. Κι όταν έλθει εκείνη η ώρα, τότε το κακό θα πέσει στα κεφάλια όλων, δικαίων και αδίκων. Βλέπεις ο ρατσισμός του κάθε Αδόλφου, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τον άνθρωπο καθαυτό. Αυτός ήταν και ο λόγος που ποτέ δεν αποτέλεσε μια θεωρία, δεν χρειάστηκε. Δεν χρειάζεσαι πολύ σκέψη για να αποφασίσεις ότι είσαι ανώτερος από τους άλλους. Όπλα χρειάζεσαι για να το επιβάλεις. Τότε μπορείς να διατάξεις τον άλλον να σκύψει, γιατί το όπλο σου είναι μεγαλύτερο από τοδικό του.»…
Χαμογέλασε λίγο πονηρό και αμέσως συνέχισε:
«Το παραπάνω, φαντάζει λίγο φαλλοκρατικό, αλλά μου θύμισε μια ιστορία του Άμος Οζ. Ήταν μπόμπιρας όταν τον πήρε μαζί του ο παππούς του σε μια συγκέντρωση του Λικούντ, η οποία γινόταν προς τιμή του. Κάποια στιγμή, ο πιτσιρικάς άκουσε τους ομιλητές, με πομπώδη τρόπο να αναφέρονται σε κανόνια και να λένε πως τα δικά τους, ήταν μεγαλύτερα από των εχθρών. Το πρόβλημα ήταν πως η εβραϊκή λέξη για τα κανόνια έμοιαζε πολύ με την λέξη που ονομάτιζαν το πέος. Δεν χρειάστηκε πολύ για να το μεταφράσει στο παιδικό μυαλό του πως είναι ισχυρότεροι από τον εχθρό γιατί έχουν μεγαλύτερο πουλί. Του φάνηκε πολύ αστείο και άρχισε να γελά πολύ δυνατά, με συνέπεια να παρασύρει όλο το θέατρο, να αποσυντονίσει την εκδήλωσή και να φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τον παππού του. Με τον τρόπο του, όμως περιέγραψε την φαλλοκρατική φύση του ρατσισμού. Ο ρατσισμός του Αδόλφου και των βλασταριών του, δεν βασίζεται σε καμία θεωρία, είναι το σκοτεινό δωμάτιο που κουβαλάμε όλοι μέσα μας… Είναι η βάση για να στηθούν όλοι οι ισμοί. Σε τούτο βοηθά, όπως υποστηρίζει η Χάνα Άρεντ [13] , ο τρόπος που εκπαιδευτήκαμε να σκεφτόμαστε»…
Χαμογέλασε, είχε ωραίο χαμόγελο, ήταν από τους ανθρώπους που πρώτα χαμογελούσαν τα μάτια του και μετά ακολουθούσε το υπόλοιπο πρόσωπο. Αυτή την φορά το χαμόγελο ήταν διαφορετικό, θα λεγα αμήχανο. Όταν ξανάρχισε να μιλά, η φωνή του απέκτησε μια χροιά απογοήτευσης κι ο λόγος του πολύ προσεκτικά ακριβής, στο διάλεγμα των λέξεων.
«Σκεφτόμαστε, σαν να υπάρχουμε μόνο εμείς… Δεν σκεφτόμαστε τον κόσμο σαν ένα συνεχές γενόμενο είναι, τον θεωρούμε δεδομένο. Σκεφτόμαστε απλά πως να υπάρξουμε στον κόσμο με τρόπο που να μας ωφελεί. Δημιουργούμε έναν δικό μας κόσμο ξεκομμένο από την πραγματικότητα του Κόσμου. Ξεκόβουμε από τον πραγματικό Κόσμο, γιατί δεν μας αφορά, έχουμε τον δικό μας που είναι καλύτερος και ανοικτός προς κατανάλωση. Αρχίζουμε να ακολουθούμε μόδες για να ικανοποιήσουμε πλασματικές ανάγκες και σταδιακά μεταλλασσόμαστε σε μαζανθρώπους. Σαν να πάτησε κάποιος ένα κουμπί, αλλάζουμε και γινόμαστε ίδιοι με τους διπλανούς μας. Σταματάμε βλαβερές συνήθειες, όπως το διάβασμα, είναι κουραστικό χάσιμο χρόνου, όταν η ζωή σε περιμένει να ζήσεις τον μύθο της. Δεν μας ενοχλεί η άγνοιά μας, όλοι γύρω μας είναι στην ίδια κατάσταση. Περιμένουμε πάντα τον μεγάλο, στα μάτια μας, αρχηγό. Ούτως ή άλλως δεν μπορούμε να σκεφτούμε, λόγω άγνοιας, τίποτα άλλο πέρα από τις ανάγκες μας. Είμαστε έτοιμοι να τον ακολουθήσουμε μέχρι τέλους… Κι όταν φτάσει το τέλος, συνήθως κακό, εκπλησσόμαστε σαν τους Γερμανούς που γνώριζαν αλλά δεν έβλεπαν, δηλώνοντας αθώοι του αίματος… Ξέρεις το μεγαλύτερο κακό στο κόσμο δεν προκαλείται από κακούς ανθρώπους, αλλά από βαρετούς ανθρώπους που ακολουθούν μεγάλους αρχηγούς και κάνουν αδιανόητα πράγματα, θεωρώντας τα προφανή και κανονικά. Έτσι μπορούμε να οργανώσουμε μια σειρά από άσχημες, εξευτελιστικές, δολοφονικές, απάνθρωπες και απερίγραπτες πράξεις, γιατί έτσι γίνονται τα πράγματα. Το κακό είναι βαρετό και κοινότοπο γιατί εμείς είμαστε βαρετοί και κοινότοποι»…
Ένιωσα πως δεν κατάλαβα και το ρώτησα αν θεωρεί το εαυτό του ικανό να κάνει αυτό το κακό που περιγράφει. Με κοίταξε, με βλέμμα σκοτεινό, άρχισε να μιλά διαλέγοντας με προσοχή τις λέξεις. Στην φωνή του διέκρινα μελαγχολία ανάμικτη με απογοήτευση. «Εγώ… είμαι το άλλοθι… Το κορμί μου, ένα βιβλίο γραμμένο σε μια αποκρουστική γλώσσα που περιγράφει πως ένας μηχανισμός αλέθει τον άνθρωπο, αλλάζοντάς τον τόσο, ώστε να μην μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στην ζωή. Το βιβλίο μου δεν είναι μοναδικό, αλλά ένα από τα πολλά που γεμίζουν μια βιβλιοθήκη αριθμημένης φρίκης, νεκρών και ζωντανών σαν νεκρών… Μόνο που τα κλειδιά αυτής της βιβλιοθήκης τα κρατούν οι λάθος άνθρωποι, οι Σιωνιστές. Πριν τον Χίτλερ ήταν ανέκδοτο, μετά έγιναν απόλυτοι παράγοντες του Εβραϊσμού. Τα αστείο είναι πως εμάς και τα βιβλία μας, μας περιφρονούν γιατί μας θεωρούσαν αδύναμους και δειλούς… Όχι θύματα, αλλά δειλούς… Ο Αδόλφος είχε απόλυτο δίκιο, ο περιούσιος λαός δεν διαφέρει σε τίποτα από τους Άριους του. Είναι προορισμένος από τον θεό, να κυβερνήσει και να πατήσει πάνω στους κατώτερους λαούς… Αυτό αποτελεί μια απάνθρωπη ιδεολογία που δυστυχώς διαμορφώνει γενιές Ισραηλινών-Εβραίων. Από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε το Ισραήλ, στήθηκε πάνω σ΄ ένα διαρκές έγκλημα. Δολοφονίες, σφαγές και τρομοκρατία, διώχνουν τον ντόπιο πληθυσμό, δημιουργώντας παρθένα γη για εποικισμό. Όσους μένουν πίσω, τους αφαιρούν κάθε δικαίωμα και τους μετατρέπουν σε μη πολίτες περιορισμένης ελευθερίας. Το περιβάλλον γίνεται ασφυκτικό ώστε να οδηγεί στην απελπισία και στην φυγή. Οδηγεί όμως και στο απόλυτο μίσος. Ο Αισχύλος έλεγε, στον Αγαμέμνονα του, την πληγή, με πληγή την πληρώνεις. Το Ισραήλ, είναι μια χαίνουσα πληγή. Ιδρύθηκε με στόχο να επουλώσει την πληγή του Ολοκαυτώματος αλλά και να ανακουφίσει, τις ενοχές της Δύσης που δημιουργούνται από την βιβλιοθήκη της αριθμημένης φρίκης. Μια βιβλιοθήκη που έπρεπε να προειδοποιεί για την ζοφερή ανεπάρκεια της ανθρώπινης κατάστασης, αντ’ αυτού γίνεται πέπλο θυματοποίησης που συγκαλύπτει εγκλήματα σε βάρος αθώων ανθρώπων, ανοίγοντας καινούργιες πληγές… Έτσι για να απαντήσω στην ερώτησή σου, εγώ, μπορώ να βλάψω μόνο τον εαυτό μου. Το ίδιο ισχύει για τους περισσότερους επιζώντες των στρατοπέδων. Αλλά οι ιστορίες μας, γίνονται όπλα που τυφλώνουν τον υπόλοιπο κόσμο κι αντί να διδάσκουν, με τον τρόπο τους… σκοτώνουν»…
Πέρασε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσω ότι σταμάτησε να μιλάει. Μιλούσε ήρεμα. Αν άκουγες όμως πιο προσεκτικά, ανακάλυπτες πως η φωνή του ήταν γιομάτη με μια υπόκωφη οργή, ανάμικτη με ντροπή. Τον ρώτησα γιατί ήταν οργισμένος. Μου απάντησε: «Μια γη χωρίς ανθρώπους, για έναν λαό χωρίς γη. Αυτό ήταν το κεντρικό σύνθημα των σιωνιστών που δικαιολογούσε την ίδρυση του Ισραήλ… Το καταλαβαίνεις;.. Μια γη, χωρίς ανθρώπους. Που υπάρχει αυτό το μέρος στη Γη;.. Πουθενά. Σίγουρα όχι στην Παλαιστίνη… Είμαι εξοργισμένος και συνάμα ντρέπομαι που η δική μου ιστορία γίνεται άλλοθι και
κουρτίνα για να καλύψει τη δημιουργία της γης, χωρίς τους ανθρώπους. Στο όνομά μου γίνονται εγκλήματα που δεν θα ήταν δυνατά αν δεν υπήρχε η δική μου ιστορία, το άλλοθι που σου έλεγα πριν. Αν μισώ τον Χίτλερ, είναι για το συγκεκριμένο έργο, την δημιουργία μιας νέας ράτσας δολοφόνων. Τους δολοφόνους του περιούσιου λαού, που δολοφονούν γυναικόπαιδα και δεν τους λέει κανείς τίποτα, ελέω Ολοκαυτώματος… Κανείς δεν τολμά να το καταγγείλει γιατί αυτόματα κατηγορείται για αντισημιτισμό, ακόμα κι αν είναι Εβραίος σαν την Άρεντ ή τον Αϊνστάιν ή όποιον άλλον αντιταχθεί σ’ αυτό το διαρκές έγκλημα που συντελείται στην Γάζα σήμερα… Ζω κοντά εκατό χρόνια και μπορώ να αντικρίσω κατάματα το αποτρόπαιο, μετά το Άουσβιτς μπορώ να αντικρίσω κυριολεκτικά τα πάντα. Μπορώ με σιγουριά να σου πω, ότι στην εξόντωση συμμετέχουν δυο τύποι ανθρώπων. Οι Άιχμαν, βαρετοί μικροαστοί που προσπαθούν να κάνουν την δουλειά τους καλύτερα για να μην την
χάσουν. Και οι σαδιστές, αυτοί γουστάρουν όσο τίποτε άλλο την δουλειά τους. Οι Άιχμαν είναι οι περισσότεροι και οι πιο αποτελεσματικοί, αυτοί στήνουν τον μηχανισμό και υλοποιούν την εξόντωση. Και οι μεν και οι δε αποτελούν την μια όψη του κακού. Η άλλη όψη είναι ο λαός που ποτέ δεν βλέπει. Σαν τους Γερμανούς που ποτέ δε είδαν, έτσι και οι Ισραηλινοί… Δεν μπορούν να δουν, ακριβώς για τον ίδιο λόγο, τους αόρατους. Το Άουσβιτς πάντα μου θύμιζε ένα απέραντο σφαγείο. Όλοι δούλευαν με στόχο το τελικό αποτέλεσμα. Η μόνη διαφορά ήταν ότι από το σφαγείο βγαίνουν μπριζόλες ενώ από το Άουσβιτς, στάχτες… Σήμερα το Άουσβιτς είναι η Γάζα και σε λίγο, η Δυτική Όχθη… Ντρέπομαι γιατί οι φανατικότεροι υποστηρικτές του Ισραήλ είναι οι μέχρι χθες κυνηγοί του. Αν ζούσε σήμερα ο Αδόλφος θα κατηγορούσε την ΧΑΜΑΣ πως είναι ναζί»…
Γύρισα και τον ρώτησα, μήπως είναι υπερβολικό να κατηγορεί τον λαό του Ισραήλ για την γενοκτονία που εξελίσσεται στην Γάζα; Μου απάντησε: «Όχι. Έχει μια εξαιρετική ταινία με τίτλο: “Ζώνη ενδιαφέροντος”[14] του Jonathan Glazer. Εκεί η πεθερά του κυρίου Ες ρωτά την κόρη της γιατί τα δωμάτια των παιδιών έχουν μονίμως κατεβασμένα στόρια. Το σπίτι του κυρίου Ες, διοικητή του Άουσβιτς, είναι χτισμένο μεσοτοιχία με το στρατόπεδο. Τα παράθυρά των δωματίων των παιδιών βλέπουν στον περίβολο του στρατοπέδου και έχουν μονίμως κατεβασμένα τα στόρια. Κάποιο βράδυ η μητέρα της κυρίας Ες, η οποία δηλώνει υπερήφανη για την τύχη της κόρης της, έχει αϋπνία και πηγαίνει να ελέγξει το δωμάτιο των παιδιών. Εκείνη την στιγμή ακούει κραυγές πόνου και διαταγές. Τότε περίεργη όπως είναι σηκώνει το στόρι. Δεν βλέπουμε αυτό που βλέπει και την κάνει να παγώσει για λίγο. Αμέσως μετά κλείνει το στόρι, πηγαίνει στο δωμάτιο της, ετοιμάζει τα πράγματα της, ντύνεται και μόλις ξημερώσει η επόμενη μέρα παίρνει το τρένο και φεύγει σαν κυνηγημένη. Δεν ξαναγύρισε ποτέ στην κόρη της και σίγουρα… συγκλονίστηκε όταν υποχρεώθηκε από τους συμμάχους, να επισκεφτεί κάποιο στρατόπεδο για να μάθει… Αυτό που μένει στην τελική είναι πως ο λαός, αυτός ο περήφανος όπως τον αποκαλούμε, αποτελείται από μικροαστούς. Αυτοί ακολουθούν πάντοτε της εκάστοτε εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή. Όλοι οι Γερμανοί χαιρετούσαν ναζιστικά, όλοι οι Ισραηλινοί ακολουθούν τους σιωνιστές που κυβερνούν, τα παιδιά τους σκοτώνουν παιδιά και γυναίκες σε παγίδες φαγητού. Αυτοί που μένουν πίσω, όταν τους ρωτάνε απαντούν πως καλά τους κάνουμε. Είναι εκπαιδευμένοι να βλέπουν τους Παλαιστίνιους σαν κατώτερους βάρβαρους εισβολείς… Το Ισραήλ γι’ αυτόν τον λόγο είναι ένα ναζιστικό κράτος. Ο Μάνος Χατζηδάκης [11] έλεγε παλιά πως τον ναζισμό τον πολεμάς μόνο με την παιδεία, ποτέ όμως δεν διανοήθηκε ότι η παιδεία είναι κατασκευή της εκάστοτε εξουσίας»…
Αυτά είπε κι όταν σταμάτησε να μιλά μου ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει. Του έστριψα ένα και μόλις το άναψε ρούφηξε με ηδονή τον καπνό. Όταν του είπα ότι δεν ήξερα πως κάπνιζε μου απάντησε ότι δεν καπνίζει τα τελευταία τριάντα χρόνια, εκτός από την περίπτωση που θυμάται τις στάχτες. Καπνίζαμε και το μάτι μου πήρε την μαγκούρα που κουβαλούσε, κάτι που ήταν ασυνήθιστο για τον Μισέλ, ποτέ δεν είχε πρόβλημα αστάθειας. Το ρώτησα λοιπόν τι την ήθελε την μαγκούρα. Τότε χαμογέλασε ζαβολιάρικα και μου απάντησε πως το μεσημέρι, αφού έφαγε το αγαπημένο του ιμάμ μπαϊλντί, έπεσε να κοιμηθεί το καθημερινό του μισάωρο. Πρέπει να κοιμήθηκε βαθιά γιατί ονειρεύτηκε. Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό που του έδωσε την αίσθηση ότι ήταν πραγματικό. Στο όνειρό του είδε να περπατά στην παραλία κατευθυνόμενος προς το παγκάκι μας. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που έφτασε σε απόσταση εκατό βημάτων από το παγκάκι. Εκεί σταμάτησε, γιατί με είδε να συζητώ με έναν περίεργο τύπο που κάτι του θύμιζε. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει προσπαθώντας να θυμηθεί, ενώ ένιωθε να πνίγεται από ένα ζοφερό προαίσθημα. Μετά από λίγο, σαν ν’ άναψε ένα λαμπάκι, αναγνώρισε έκπληκτος την μορφή και αμέσως άρχισε να τρέχει προς το παγκάκι. Τότε συνέβη κάτι εξωπραγματικό. Συνειδητοποίησε ότι όσο και να έτρεχε, έμενε στο ίδιο σημείο. Ήταν σαν να έπεσε σ’ ένα τοπολογικό κενό, έτσι το σκέφτηκε. Η σκέψη του ήταν πως για να φτάσει στο παγκάκι χρειαζόταν να κάνει εκατό βήματα, αυτός όμως κάθε βήμα που έκανε ήταν το αρχικό βήμα, αυτό είχε σαν συνέπεια να τρέχει αλλά να βρίσκεται πάντα στο ίδιο σημείο. Σαν να είχε πέσει σε ένα κενό που ακύρωνε κάθε επόμενο βήμα με
συνέπεια να επιστρέφει πάντα στο αρχικό. Μετά σκέφτηκε τους διαδρόμους των γυμναστηρίων, αυτούς που τρέχεις δέκα χιλιόμετρα βλέποντας τηλεόραση. Έτρεχε για πολύ ώρα αλλά δεν ένιωθε καμιά κούραση. Αντιθέτως άρχισε να πανικοβάλλεται νιώθοντας ότι κάτι δεν πάει καλά. Και τότε έπεσε και την ίδια στιγμή ξύπνησε. Ανασηκώθηκε ιδρωμένος
από το κρεβάτι του, ντύθηκε και αμέσως ξεκίνησε να κατέβει στην παραλία. Ένιωθε έναν παράλογο φόβο πως το όνειρο ήταν αληθινό και πως μόλις έφτανε στο παγκάκι θα έβρισκε εκείνον να περιμένει. Λίγο πριν βγει από το σπίτι, έψαξε και βρήκε την μαγκούρα που είχε αγοράσει από την Κρήτη. Ήταν χειροποίητη και στην κορυφή είχε έναν πολύ χοντρό ρόζο που την έκανε να μοιάζει με ρόπαλο.
Και τότε χαμογέλασε για άλλη μια φορά πονηρά και μου είπε: «Το ναζισμό τον πολεμάς με την παιδεία, τον ναζί απλά του σπάζεις το κεφάλι»…
Αμέσως μετά βουτήξαμε στην σιωπή παρακολουθώντας το πηγαινέλα, ενώ ο ήλιος άφηνε
την τελευταία του πνοή.
Ν’Γκουζότο
- https://www.youtube.com/watch?v=IuovRNNjcvk&list=RDIuovRNNjcvk&start_radio=1
- Περούκα αλλά και είδος χτενίσματος που μεσουρανούσε από το 1970-2000 σε νοικοκυρές κάποιας ηλικίας. Κρατούσε τη φόρμα του πάνω από δέκα μέρες, το μαλλί έμοιαζε με λαμπατέρ, σε χρώματα μαύρα ή χάλκινα, σπανίως ξανθά. Είναι ο φόβος του άσπρου μαλλιού και των κακών μαντάτων που το συνοδεύουν.
- https://terrapapers.com/agapitos-kyrios-tsarls-fort/
- Ο Μάρτιν Μπόρμαν ήταν το Νο2 στην πυραμίδα των ναζί. Ήταν αυτός που ο Χίτλερ άφησε στην θέση του όταν αυτοκτόνησε. Θεωρείται ότι πέθανε το 1945, όταν προσπάθησε να περάσει τον ποταμό Σπρέε αλλά έπεσε πάνω σε σοβιετική περίπολο και λοξοδρόμησε. Τον βρήκαν οι σύντροφοί του ξαπλωμένο ανάσκελα και συμπέραναν ότι είχε πυροβοληθεί, πισώπλατα, ή ότι είχε αυτοκτονήσει. Ποτέ δεν βρέθηκε το πτώμα του. Καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, στην Δίκη της Νυρεμβέργης
- Μουσουλίνι
- Κούρτσιο Μαλαπάρτε «Καπούτ», 1943 (Πρώτο Μέρος «Τα Άλογα», κεφάλαιο Ι «Από τη Μεριά του Γκερμάντ», σελ. 24-26 της γαλλικής έκδοσης)
- Ο Μαξ Γουόρμπουργκ και τ’ αδέλφια του Φέλιξ και Πολ αποτελούν τον Αμερικανικό κλάδο της Γερμανοεβραϊκής οικογένειας των Γουόρμπουργκ. Τραπεζίτες από το 1798 που χρηματοδότησαν βασιλιάδες για τους πολέμους τους και για τις αναστήλωσεις της ειρήνης. Η M.M. Warburg & Co είναι μια από τις αρχαιότερες επενδυτικές τράπεζες που λειτουργούν μέχρι σήμερα. Τα τρία αδέλφια ανέλαβαν την Αμερική. Ο Φέλιξ ήταν ένας από τους ιδρυτές του Δ.Σ. του Ομοσπονδιακού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών των Η.Π.Α. Ο Μαξ ανέλαβε εκ μέρους της Wall–Street να κάνει καγκελάριο τον Χίτλερ.
- Ο Theodor Antorno εξέφρασε, στο «Minima Moralia», την άποψη ότι η βαρβαρότητα του Ολοκαυτώματος έχει καταστρέψει την ικανότητα του ανθρώπου να βιώνει την αισθητική πραγματικότητα. Ποτέ δεν συμφώνησα, προτιμούσα πάντα να θυμάμαι τον Paul Celan να απαγγέλει την «Φούγκα του θανάτου» που τελειώνει κάπως έτσι: … Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα | σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι μάστορας από την Γερμανία | σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε και πίνουμε | ο θάνατος είναι μάστορας από την Γερμανία τα μάτι του είναι γαλανό | σε πετυχαίνει η μολυβένια του σφαίρα σε πετυχαίνει στο ψαχνό | Ένας άντρας κατοικεί το σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα | ξαμολά τους μολοσσούς του επάνω μας μας χαρίζει τάφος στους αιθέρες | παίζει με τα φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι ένας μάστορας από την Γερμανία | τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα | τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις. Η Σουλαμίτις είναι η γυναίκα για την οποία ο Σολομών γράφει το Άσμα Ασμάτων, όταν αρνήθηκε να γίνει γυναίκα του μιας και ήταν ερωτευμένη με έναν βοσκό από την πόλη της. https://www.poiein.gr/2007/07/28/i-dh-ooaeui-aeaauaeae-oc-oiyaea-oio-eaiuoio/
- https://exantas.de/el/politiki-diastasi-glossas/
- https://www.youtube.com/watch?v=uY9O7byj2Sw&list=RDuY9O7byj2Sw&start_radio=1
- https://foundation.parliament.gr/VoulhFoundation/VoulhFoundationPortal/images/site_content/voulhFoundation/file/Ekpaideytika%20New/nazismos/1_2nazismos.pdf
- Άμος Οζ: Ιστορία αγάπης και σκότους. Εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 2004
- https://alkisgounaris.gr/gr/archives/hannah-arendt-and-the-banality-of-evil/
- https://tenies-online.best/load/2-1-0-43533

